Ιντλίμπ

Πούτιν και Ερντογάν κατέληξαν σε μια καλή συμφωνία για την Ιντλίμπ

Το παρακάτω άρθρο του E. J. Magnier, αν και γραμμένο από εμφανώς φιλο-ρωσική σκοπιά δίνει μια ιδιαίτερη οπτική στη φαινομενικά περίεργη συμφωνία Ρωσίας – Τουρκίας για την πόλη Ιντλίμπ, η οποία έδινε χρόνο στους τζιχαντιστές. Ο συγγραφέας εκτιμά ότι το κρίσιμο στη συγκεκριμένη απόφαση είναι η πάση θυσία αποφυγή κάθε προσχήματος για μια νέα αμερικανική επέμβαση στη Συρία.

Έντονος προβληματισμός εκφράζεται για την μοίρα της πόλης Ιντλίμπ αφότου οι πρόεδροι Βλαντιμίρ Πούτιν και Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν κατέληξαν σε μια συμφωνία που οδήγησε σε αναστολή της πολυαναμενόμενης στρατιωτικής επιχείρησης κατά των τζιχαντιστών και των συμμάχων τους. Λίγες μόνο λεπτομέρειες της συμφωνίας έχουν αποκαλυφθεί, ήταν όμως αρκετές για να γεννήσουν αμφιβολίες τόσο για την εγκυρότητά της όσο και για την βιωσιμότητά της. Σε κάθε περίπτωση, αισιοδοξία διαποτίζει την ρωσική, ιρανική και τουρκική πλευρά – ενώ οι τζιχαντιστές στην Ιντλίμπ και τα περίχωρά της δεν αντιμετωπίζουν πλέον το ενδεχόμενο της ένοπλης σύρραξης ως αναπόφευκτο. Η βασική διαφορά, μετά την συμφωνία Πούτιν-Ερντογάν, έγκειται στο ότι η Τουρκία ούτε θα έχει πλέον τέτοια στρατιωτική παρουσία, ώστε να μπορεί να υπερασπιστεί τους τζιχαντιστές, ούτε θα εκμεταλλεύεται ο Ερντογάν ως πλεονέκτημα τις αναταράξεις που προκαλεί στην Ευρώπη, όταν απειλεί με μια βιβλικού τύπου «Έξοδο εκατομμυρίων προσφύγων» προς τη Γηραιά Ήπειρο, προκειμένου να αποφύγει την στρατιωτική σύγκρουση για την Ιντλίμπ.

Αυτό που δεν έχει γίνει τόσο ξεκάθαρο από τις δημοσιοποιημένες πληροφορίες είναι το γεγονός ότι αμφότεροι Ερντογάν και Πούτιν συνεισέφεραν στην αποκλιμάκωση της έντασης για το θέμα της Ιντλίμπ -μιαν ένταση την οποία οι ίδιοι είχαν κλιμακώσει κατά τη διάρκεια των τελευταίων μηνών- και κατέληξαν σε μια προσήκουσα και ικανοποιητική συμβιβαστική λύση.

Πριν την συμφωνία για την Ιντλίμπ, ο Πούτιν είχε δεσμευθεί για την εκκαθάριση της πόλης και των περιχώρων της από τζιχαντιστές και είχε στηρίξει την ρητορική του Σύρου Προέδρου Μπασάρ αλ-Άσαντ, που δήλωνε ότι: «και η τελευταία σπιθαμή της Συρίας θα απευλευθερωθεί». Ο συριακός στρατός είχε συγκεντρώσει το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεών εντός της περιοχής των 4.000 τ.χλμ. στα βόρεια σύνορα που έχει καταληφθεί από την Τουρκία, τους πολεμικούς της «αντιπροσώπους» και άλλες τζιχαντιστικές ομάδες. Η παραπάνω ενέργεια πυροδότησε την έντονη αντίδραση των ΗΠΑ, οι δυνάμεις των οποίων έχουν καταλάβει περιοχές στην βορειοανατολική (al-Hasaka) και ανατολική (al-Tanf) Συρία.

Εάν δεν είχε συναφθεί η συμφωνία, η προοπτική απελευθέρωσης της Ιντλίμπ –που θα σήμαινε την εξάλειψη κάθε στρατιωτικής κατοχής του ISIS στην ανατολική Μεσόγειο- θα ακύρωνε κάθε πρόσχημα για την παραμονή των αμερικανικών δυνάμεων και την διατήρηση κατεχόμενων περιοχών στην Συρία. Μια τέτοια εξέλιξη θα ανάγκαζε την Ουάσινγκτον να «ξηλώσει» τις τρεις μεγαλύτερες βάσεις της (από τις περίπου 12 που διαθέτει συνολικά) καθώς και τα αεροδρόμια που είχε εγκαταστήσει στη Συρία κατά την περίοδο που αμφισβητούνταν η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στο Ιράκ. Η αμφισβήτηση αυτή είχε ωθήσει τις ΗΠΑ στο να αναζητήσουν Ευρωπαίους συμμάχους και να καταστρώσουν από κοινού ένα σχέδιο για να πλήξουν το συριακό στρατό, χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα τις φαινομενικές «χημικές επιθέσεις» του Άσαντ, και για να θέσουν ένα τέρμα στις ροές των προσφύγων προς την Γηραιά Ήπειρο. Προκειμένου να απαντήσουν στους μεγαλύτερους ελιγμούς που έχει κάνει ο ρωσικός στρατός μέχρι σήμερα κατά μήκος των ακτών της Συρίας, οι ΗΠΑ συγκέντρωσαν τις δυνάμεις τους στη Μεσόγειο.

Η Ρωσία και το Ιράν αντιλαμβάνονταν ότι οι ΗΠΑ ήταν αποφασισμένες να βρουν – ή ακόμα και να κατασκευάσουν – οποιοδήποτε πρόσχημα προκειμένου να χτυπήσουν το συριακό στρατό. Εάν η Ρωσία δεν προσέτρεχε προς υπεράσπιση του Σύρου συμμάχου της, κάτι τέτοιο θα αποτελούσε εξευτελισμό για τον Πούτιν. Η Μόσχα θα «ξέμενε» με μια πολύ αδύναμη χώρα, με τον τίτλο της υπερδύναμης που κατέχει -ο οποίος θα σχετιζόταν με τον αριθμό των πυρηνικών όπλων που διαθέτει και θα περιοριζόταν σε αυτόν-, και με το ειδικό βάρος που έχει ο ρόλος της στον ΟΗΕ, αλλά θα εμφανιζόταν προφανώς ανήμπορη να προστατεύσει τους συμμάχους της. Στην περίπτωση που η Ρωσία απαντούσε με αντίποινα σε μια αμερικανική επίθεση στη Συρία, το πιθανό αποτέλεσμα θα ήταν πέρα από κάθε φαντασία.

Για τον Ερντογάν, ο πόλεμος στην Ιντλίμπ θα σήμαινε την απώλεια της θέσης του ως ηγέτη του ισλαμικού κόσμου. Θα ακολουθούσε το δρόμο της Σαουδικής Αραβίας προς την ατίμωση· η Σαουδική Αραβία, πάλαι ποτέ ηγέτιδα δύναμη του ισλαμικού κόσμου, απώλεσε το ρόλο αυτό εξαιτίας της ανοιχτής ευθυγράμμισής της με τις πολιτικές των ΗΠΑ και του Ισραήλ για τη Μέση Ανατολή και για το Παλαιστινιακό ζήτημα ειδικότερα. Στο ενδεχόμενο απελευθέρωσης της Ιντλίμπ από τις συριακές και ρωσικές δυνάμεις, οι «στρατιωτικοί αντιπρόσωποι» του Ερντογάν θα έμεναν απροστάτευτοι και το κύρος του στο εσωτερικό της Τουρκίας θα υπονομευόταν.

Όμως η Ρωσία και η Τουρκία μοιράζονται θεμελιώδη στρατηγικά συμφέροντα, ίσως περισσότερα κι από αυτά που συνδέουν Ρωσία και Ιράν. Επιπροσθέτως, ο Πούτιν δημιουργεί μία ρωγμή εντός του ΝΑΤΟ επιτυγχάνοντας μια εμπορική, στρατιωτική και στρατηγική συμμαχία με ένα τόσο σημαντικό κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ, την Τουρκία.

Όλοι όσοι υπέγραψαν τη συμφωνία, συμπεριλαμβανομένου και του Ιράν (που έπαιξε καθοριστικό ρόλο για την επιτυχή έκβαση), έχουν πολλά να χάσουν και λίγα να κερδίσουν στην περίπτωση μιας ένοπλης σύγκρουσης για την Ιντλίμπ. Οι μόνοι που θα κέρδιζαν από μια σύγκρουση θα ήταν οι τζιχαντιστές. Η συμφωνία Πούτιν-Ερντογάν επιβάλλει την δημιουργία μιας αποστρατιωτικοποιημένης ζώνης 15-20 χιλιομέτρων, που θα βρίσκεται υπό τον αποκλειστικό έλεγχο των τζιχαντιστών. Αυτό σημαίνει ότι δεν θα υπάρχουν ένοπλοι τζιχανιστές της αλ-Νούσρα στην αγροτική ανατολική Ιντλίμπ, στην αγροτική Χάμα και στην πεδιάδα της Σαλ–αλ-Γκαμπ. Όλα τα οχυρωματικά έργα θα πρέπει να απομακρυνθούν, όλος ο βαρύς οπλισμός να «ξηλωθεί», ενώ δεν θα επιτρέπονται επιθέσεις εναντίον θέσεων του συριακού στρατού.

Η Τουρκία δεν θα μπορέσει σε καμία περίπτωση να εφαρμόσει πλήρως την συμφωνία μέχρι τις 10 Οκτωβρίου ή τις 15 Νοεμβρίου ή ακόμη και μέχρι τις 15 Ιανουαρίου. Αυτό σημαίνει ότι η Τουρκία θα πρέπει να αρχίσει να εφαρμόζει ό,τι είναι καταρχήν εφικτό, προκειμένου να επιβάλλει τον έλεγχό της στην Ιντλίμπ και τα περίχωρά της. Κάτι τέτοιο σημαίνει ότι υπάρχουν δύο πιθανά σενάρια: είτε οι τζιχαντιστές θα επαναξιολογήσουν τις επιλογές τους και θα αποφασίσουν να επιτεθούν στην Τουρκία, είτε θα συγχωνευθούν με τουρκικές παραστρατιωτικές ομάδες και θα επιτρέψουν στους ξένους μαχητές να αποχωρήσουν.

Η πρώτη επιλογή είναι αυτοκτονική, καθώς θα βρουν απέναντί τους το συριακό, τον τουρκικό και το ρωσικό στρατό, και πάνω από όλα τις δεκάδες χιλιάδες των «ανταρτών» που έχουν αναλάβει ρόλο στρατιωτικού αντιπροσώπου της Τουρκίας στην περιοχή. Οι τζιχαντιστές θα μπορούσαν να βασιστούν στον Αλλάχ και να αρχίσουν μια μάχη εντός της περιοχής των 4.000 τ.χλμ., χωρίς καμιά προοπτική για το μέλλον, με αποτέλεσμα να πεθάνουν μαχόμενοι. Μια τέτοια εξέλιξη είναι σε μεγάλο βαθμό απίθανη, ωστόσο δεν μπορεί κανείς να αποκλείσει το ενδεχόμενο μικρές τζιχαντιστικές ομάδες να απορρίψουν την συμφωνία, πυροδοτώντας εσωτερική διαμάχη στην Ιντλίμπ και τα περίχωρά της.

Εντωμεταξύ, οι σύμμαχοι της Συρίας έχουν ενισχύσει τις θέσεις τους μέσα στο Χαλέπι με μεγάλο αριθμό στρατιωτικών μονάδων ειδικών δυνάμεων. Η παραπάνω κίνηση έρχεται ως αντίδραση σε πληροφορίες των μυστικών υπηρεσιών που αποκάλυψαν σχέδια των τζιχαντιστών να επιτεθούν στην κατοικημένη περιοχή “apartments 3000 project”[1], σε περίπτωση αποτυχίας της συμφωνίας.

Η Ρωσία δεν επιθυμεί ένα νέο πόλεμο στη Συρία, αλλά τον τερματισμό του πολέμου που μετράει ήδη 7 χρόνια. Κατά συνέπεια, θα ήταν μάλλον αδιανόητο να ξεκινήσει η Ρωσία μια επίθεση στην Ιντλίμπ την ίδια στιγμή που πλήθος στρατιωτικών δυνάμεων των ΗΠΑ και της ΕΕ βρίσκονται παρούσες και σε επιφυλακή στην περιοχή, με μερικές εξ αυτών να πραγματοποιούν ήδη στρατιωτικούς ελιγμούς στην Μεσόγειο, αρκετά έτοιμες να βομβαρδίσουν τον συριακό στρατό. Η συμφωνία για την Ιντλίμπ προσφέρει στον Πούτιν και τον Ερντογάν τη δυνατότητα να απεγκλωβιστούν από τη δύσκολη θέση τους και θα αναστατώσει τα σχέδια των ΗΠΑ για παράταση του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Εφόσον η Τουρκία δεν περιοριστεί μόνο στις καλές προθέσεις, αλλά προχωρήσει σε αυστηρή εφαρμογή μερικών έστω από τους όρους της συμφωνίας για την Ιντλίμπ, θα υπάρχει πάντα η δυνατότητα της επέκτασής της. Ένα πράγμα είναι βέβαιο αυτή τη στιγμή· η Τουρκία θα επιβάλλει τον έλεγχό της στην πόλη της Ιντλίμπ και τα περίχωρά της. Αυτό είναι το τίμημα που πρέπει να πληρώσει ο πρόεδρος Άσαντ προς το παρόν – τουλάχιστον μέχρις ότου οι ΗΠΑ να δώσουν οριστικό τέλος στα πολεμικά τους σχέδια.

Πηγή: ejmagnier.com

Μετάφραση: Ειρήνη Τσαλουχίδη

[1] ΣτΜ – «Apartments 3000 project”:  Οικιστική ζώνη στο Χαλέπι, όπου κτίστηκαν 3.000 διαμερίσματα με κρατική πρωτοβουλία –στα πρότυπα των δικών μας «εργατικών κατοικιών». Υπήρξε πεδίο εκτεταμμένων ένοπλων συγκρούσεων στη μάχη για την απελευθέρωση της πόλης από το συριακό στρατό.

Δημοσιογράφος, πολεμικός ανταποκριτής, αναλυτής σε θέματα Μέσης Ανατολής. Επικεφαλής του τμήματος διεθνών του Al Rai.

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *