Οι Κούρδοι έχασαν την ευκαιρία να αποφασίσουν τη μοίρα τους: Τώρα μόνο η Δαμασκός μπορεί να τους σώσει.

Οι Κούρδοι έχασαν την ευκαιρία να αποφασίσουν τη μοίρα τους: Τώρα μόνο η Δαμασκός μπορεί να τους σώσει.

Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να αποχωρήσει από τη Συρία «πολύ σύντομα» και να  παραδώσει  την πόλη του Μάνμπιτζ στην Τουρκία έπεσε σαν κεραυνός στους Σύριους Κούρδους στο βόρειο τμήμα της χώρας. Αυτοί οι Κούρδοι, οι οποίοι λειτουργούν καθημερινά ως ασπίδα προστασίας για τις δυνάμεις των ΗΠΑ, χειραγωγήθηκαν επίτηδες από το αμερικανικό κατεστημένο για να καλύψουν και να προστατεύσουν τις κατοχικές δυνάμεις των ΗΠΑ στη βορειοανατολική Συρία. Ο Τραμπ εμφανίζεται έτοιμος να εγκαταλείψει τους Κούρδους από μέρα σε μέρα. Όμως δεν αρκείται σε αυτό: ο Τραμπ βγάζει τώρα τους Κούρδους σε «δημοπρασία», περιμένοντας ποια θα είναι η αραβική χώρα που θα καταλάβει την ελεγχόμενη από τους Κούρδους περιοχή και θα αντικαταστήσει τους Αμερικάνους στο έδαφος που προς το παρόν έχουν τις βάσεις τους.

Ποιες είναι λοιπόν οι επιλογές για τους Κούρδους;

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ προφανώς δεν δίνει δεκάρα για τη τύχη των Κούρδων. Είναι έτοιμος να τους εγκαταλείψει, παρότι ξέρει ότι δεν έχουν άλλο μέρος να πάνε ή άλλη προστασία να αναζητήσουν. Οι Κούρδοι έχασαν την εμπιστοσύνη της κυβέρνησης στη Δαμασκό, λόγω των ανόητων πολιτικών και στρατιωτικών επιλογών τους – και, φυσικά, καταδιώκονται από την Τουρκία, η οποία θεωρεί ότι όλοι οι Κούρδοι της Συρίας είναι μέρος των Μονάδων Προστασίας του Κουρδικού Λαού (YPG), μια ομάδα που η Άγκυρα θεωρεί τρομοκρατική.

Οι «μύθοι» γύρω από τους Κούρδους (ότι «είναι οι καλύτεροι μαχητές εναντίον του Ισλαμικού Κράτους» ή ότι «είναι οι καλύτεροι σύμμαχοι των Ηνωμένων Πολιτειών») είναι λάθος. Αυτή η ρητορική προέρχεται κυρίως από τη δεκαετία του 1990, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες χρησιμοποίησαν το Κουρδιστάν για να δημιουργήσουν ένα προγεφύρωμα στο Ιράκ την εποχή του Σαντάμ Χουσεΐν.

Στην πραγματικότητα, οι ΗΠΑ θεώρησαν τους Κούρδους ως μια γέφυρα στη Μέση Ανατολή που θα τους επέτρεπε την παρουσία των στρατιωτικών και των μυστικών τους υπηρεσιών για τις ίδιες και για το Ισραήλ. Με τον πόλεμο που επιβλήθηκε στη Συρία, οι Ηνωμένες Πολιτείες προσεδαφίστηκαν στη συριακή κουρδική ζώνη της Αλ-Χασάκα με την ελπίδα να διαιρέσουν την περιοχή ανάμεσα στη Συρία και το Ιράκ. Επιπλέον, οι Κούρδοι του Ιράκ και της Συρίας δεν έχουν κανένα πρόβλημα να διακηρύσσουν ανοιχτά τους στενούς δεσμούς τους με το Ισραήλ παρά την εχθρότητα των κρατών στα οποία ζουν: και του Ιράκ και της Συρίας.

Ο Συριακός Στρατός και οι σύμμαχοί του πολέμησαν το Ισλαμικό Κράτος σε ολόκληρη τη επικράτεια, χάνοντας δεκάδες χιλιάδες αξιωματικούς και στρατιώτες. Και στο Ιράκ, οι ιρακινές δυνάμεις ασφαλείας πολέμησαν επίσης το Ισλαμικό Κράτος στο σύνολο της ιρακινής επικράτειας, όπου το ISIS ήταν παρόν και έχασαν επίσης χιλιάδες αξιωματικούς και στρατιώτες (οι Λαϊκές Δυνάμεις Κινητοποίησης – Hashd αλ-Sha‘bi μόνες τους έχασαν πάνω από 11.000 μαχητές).

Αντίθετα, οι απώλειες για τους Κούρδους και σε εξοπλισμό και σε έμψυχο δυναμικό ήταν πολύ πιο περιορισμένες. Στο Ιράκ, ενώ πολεμούσαν το ISIS στην κουρδική ζώνη του βορρά, οι Κούρδοι έχασαν περίπου 2.000 μαχητές. Και στη Συρία, όταν οι Κούρδοι πολέμησαν εναντίον του ISIS, οι απώλειες των μαχητών τους ήταν κάποιες εκατοντάδες.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες τζόγαραν στο κουρδικό όραμα: οι Κούρδοι της Συρίας και του Ιράκ ήθελαν να ιδρύσουν ένα κράτος. Η Ουάσιγκτον τροφοδότησε αυτό το όνειρο με τη δική της ανάγκη να έχει τοπικές δυνάμεις ως αντιπροσώπους της, για να δημιουργήσει βάσεις σε περιοχές όπου το Ιράν έχει ισχυρή επιρροή (στο Ιράκ και στη Συρία). Το κουρδικό σχέδιο απέτυχε στο Ιράκ λόγω της αποφασιστικής θέλησης της Ιρακινής κεντρικής κυβέρνησης να αποτρέψει τη διχοτόμηση της χώρας. Στη Συρία, το εν λόγω σχέδιο, δεν είχε και δεν έχει καμία πιθανότητα να πετύχει επειδή και η Τουρκία, και το Ιράν, και το Ιράκ και η Συρία έχουν δικούς τους λόγους η καθεμία να αποτρέψουν είτε ένα κουρδικό κράτος είτε μια αμερικανική κατοχή στο βόρειο τμήμα της Συρίας.

Κανείς δεν περιμένει οι Ηνωμένες Πολιτείες να φύγουν χωρίς να κερδίσουν κάποιο αντάλλαγμα για την απόσυρσή τους ή ένα ακόμη υψηλότερο αντάλλαγμα για την παραμονή τους. Ο Τραμπ αναίρεσε την απόφασή του να αποσύρει τις δυνάμεις του στη Συρία «πολύ σύντομα», χωρίς να δώσει ακριβές χρονοδιάγραμμα για τη παραμονή τους. Στη συνέχεια ζήτησε από άλλες χώρες να αντικαταστήσουν τις αμερικανικές δυνάμεις, χωρίς να υπολογίσει τους Κούρδους. Οι Κούρδοι είναι αλήθεια ότι δεν τον νοιάζουν ιδιαίτερα. Η κίνηση αυτή δείχνει επίσης ότι δεν επιθυμεί να αναλάβει τα έξοδα. Στην πραγματικότητα οι Αμερικανοί δεν έχουν ξοδέψει κανένα ιδιαίτερο ποσό, ούτε καν στην ανοικοδόμηση της Ράκα την οποία κατέστρεψαν για να απομακρύνουν τον ISIS.

Όποια κι αν είναι η απόφαση (είτε πρόκειται να μείνουν, είτε πρόκειται να φύγουν οι αμερικανικές δυνάμεις), οι Σύριοι Κούρδοι έχασαν την ευκαιρία να αποφασίσουν για τη μοίρα τους, κυρίως λόγω της επαναλαμβανόμενης απόφασής τους να κρυφτούν κάτω από τα φουστάνια των ΗΠΑ.

Στο θύλακα του Αφρίν στη βορειοδυτική Συρία, η κουρδική διοίκηση αρνήθηκε να παραδώσει την περιοχή στον έλεγχο της συριακής κυβέρνησης. Οι Κούρδοι αποφάσισαν να πολεμήσουν τον πιο αδίστακτο εχθρό τους, την Τουρκία, επί δύο μήνες, για να χάσουν τελικά ολόκληρη την περιοχή και εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες να καταφύγουν στην Αλ-Χασάκα και το Ντεϊρ-Εζούρ. Η διοίκηση του Αφρίν πίστευε ότι ο όλος κόσμος θα έτρεχε να τους υποστηρίξει και να εμποδίσει τη στρατιωτική προώθηση της Τουρκίας: αυτό ήταν το μεγαλύτερό τους λάθος. Στην πραγματικότητα, μόνο ο πρόεδρος Άσαντ έστειλε 900 άνδρες από τις Δυνάμεις Εθνικής Άμυνας (NDF) για να βοηθήσει την αντίσταση στο Αφρίν, αλλά απέτυχε να πείσει την τοπική διοίκηση να επιτρέψει στον συριακό στρατό να πάρει τον έλεγχο του θύλακα του Αφρίν, πριν να είναι πολύ αργά. Οι ΗΠΑ προτίμησαν να δουν τους Τούρκους στρατιώτες (τον αγριότερο εχθρό των Κούρδων) να ελέγχουν το Αφρίν, παρά τις δυνάμεις της Δαμασκού.

Οι Κούρδοι φαίνεται να μην καταλαβαίνουν ότι δεν είναι πλέον το «αγαπημένο παιδί» της Δύσης. Επέλεξαν να αγνοήσουν το λάθος που έκαναν οι Κούρδοι του Ιράκ όταν αποφάσισαν να πάνε σε δημοψήφισμα και απέτυχαν θεαματικά να ιδρύσουν το ανεξάρτητο κράτος τους. Και οι ΗΠΑ θα ήταν μάλλον ευτυχείς αν περισσότεροι Κούρδοι του Αφρίν εκτοπίζονταν και συγκεντρώνονταν στην Αλ-Χασάκα, γιατί έτσι θα υπήρχαν περισσότεροι μαχητές – αντιπρόσωποι των ΗΠΑ ώστε να υποστηρίξουν τους στόχους της Ουάσινγκτον στη Μέση Ανατολή.

Είναι γνωστό ότι οι Κούρδοι έχασαν εκατοντάδες μαχητές πολεμώντας το Ισλαμικό Κράτος για να ανακτήσουν το Μανμπίτζ, τη Ράκα και άλλα χωριά στην Αλ-Χασάκα και στο Ντεϊρ-Εζούρ. Πολέμησαν για να υποστηρίξουν την αμερικανική κατοχή στην βορειοανατολική Συρία, προσφέροντας στη Ουάσιγκτον μια δικαιολογία να παραμείνει στα συριακά εδάφη, υποστηρίζοντας ότι η παρουσία της εκεί είχε σχέση με τον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας». Όχι μόνο δεν επενέβησαν οι ΗΠΑ στο Αφρίν, αλλά η Ουάσιγκτον ζήτησε από τις κουρδικές δυνάμεις του YPG να παραδώσουν το Μανμπίτζ στη Νατοϊκή σύμμαχο των ΗΠΑ, την Τουρκία.

Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Τσαβούσογλου δήλωσε, μετά τη συνάντηση με τον Αμερικανό ομόλογό του, Mike Pompeo, ότι «οι ΗΠΑ και η Τουρκία θα ξεκινήσουν από κοινού να ελέγχουν την πόλη Μανμπίτζ». Οι τοπικές αραβικές φυλές al-Bubna, al-Baqqarah και al-Tayy εξέδωσαν ανακοινώσεις «καλωσορίζοντας τις τουρκικές δυνάμεις στην Μανμπίτζ, καθώς έτσι θα τερματιστεί η κατοχή της πόλης από το PYD και το ΡΚΚ».

Είναι σαφές ότι οι Κούρδοι δέχθηκαν εκούσια να χειραγωγηθούν από τις ΗΠΑ, ελπίζοντας να τους μείνουν τα ψίχουλα που θα τους αφήσουν οι Αμερικάνοι και ίσως να υλοποιήσουν το όνειρο της ανεξαρτησίας. Πλέον κάτι τέτοιο, φαίνεται πολύ μακριά από το να συμβεί, τουλάχιστον για τις επόμενες δεκαετίες.

Οι Κούρδοι έμειναν έκπληκτοι όταν άκουσαν τον Ντόναλντ Τραμπ να δηλώνει υπέρ μιας άμεσης απόσυρσης των ΗΠΑ από τη Συρία, συνειδητοποιώντας ξαφνικά ότι είχαν εγκαταλειφθεί στη μοίρα τους μέσα σε μία νύχτα. Ήταν δύσκολο για τους Κούρδους να βλέπουν τους Αμερικανούς να τους γυρνάνε την πλάτη και να ενεργούν σύμφωνα με το δικό τους εθνικό συμφέρον, χωρίς έγνοια για το τι μπορεί να συμβεί μετά την απόσυρσή τους, αγνοώντας επιπλέον τις θυσίες που έχουν κάνει οι Κούρδοι για να βοηθήσουν στην επίτευξη των στόχων των ΗΠΑ στη Συρία.

Όταν ο Τραμπ δέχθηκε να παραμείνουν οι δυνάμεις των ΗΠΑ «λίγο ακόμα», η απόφαση αυτή έδωσε μια προσωρινή -αλλά απατηλή- ελπίδα στους Κούρδους, νομίζοντας ότι η μοίρα τους πήρε μια μικρή αναβολή. Για πόσο καιρό όμως; Μόνο μέχρι να αποσύρουν οι ΗΠΑ όλες τις δυνάμεις τους ή αναγκαστούν να υποχωρήσουν υπό την πίεση της «συριακής αντίστασης» που αρχίζει να δυναμώνει στην περιοχή της Συρίας που έχει καταληφθεί από τις ΗΠΑ.

Η νεοεμφανισθείσα αντίσταση φαίνεται να οργανώνεται από τις τοπικές φυλές, κυρίως τους Μπακαρά και τους Αλ Ασάσνεχ καθώς και άλλες τοπικές ομάδες έτοιμες να ξεσηκωθούν εναντίον των αμερικανικών δυνάμεων, επαναφέροντας στη μνήμη το πώς ξεκίνησε η εξέγερση ενάντια στις δυνάμεις των ΗΠΑ, στη Βαγδάτη το 2003.

Αυτό που οι Σύριοι Κούρδοι δεν μπορούν να αναγνωρίσουν ή να συνειδητοποιήσουν είναι ότι ο Τραμπ δεν θα λοξοδρομήσει καθόλου από το δρόμο του για να τους προστατεύσει, ούτε θα βάλει την αεροπορία του να μεταφέρει τους Κούρδους στις ΗΠΑ, όταν έρθει η ώρα να φύγουν οι ΗΠΑ από τη Συρία. Το αποτέλεσμα είναι προβλέψιμο: όταν τελειώσει ο πόλεμος, κανείς δεν θέλει τους «αντιπροσώπους» που πολεμούσαν για λογαριασμό τους. Γίνονται άχρηστο φορτίο.

Ακόμη περισσότερο, οι ΗΠΑ δεν σκοπεύουν να εξαλείψουν ολοκληρωτικά το Ισλαμικό Κράτος γιατί αυτή η δύναμη νομιμοποιεί την παρουσία τους στη Συρία. Το ISIS αποτελεί την καλύτερη δικαιολογία για την Ουάσινγκτον να διατηρήσει τις δυνάμεις της στη Συρία. Βοηθά επίσης στους στόχους των ΗΠΑ όταν οι μαχητές του επιτίθενται στη μοναδική διαθέσιμη δίοδο ανάμεσα στη Συρία και το Ιράκ, τον δρόμο Αμπού Καμάλ- Αλ Καέμ. Τέλος, η διατήρηση του Ισλαμικού Κράτους θα δίνει κάποια μηνύματα –αν και αδύναμα– ότι η Συρία εξακολουθεί να είναι μια ασταθής χώρα.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα εγκαταλείψουν την Τουρκία, γνωρίζοντας ότι η Ρωσία και το Ιράν περιμένουν την Άγκυρα με ανοιχτές αγκάλες. Για να κρατήσει την Τουρκία στο πλευρό της, η Ουάσιγκτον προσέφερε στο πιάτο της Τουρκίας την ελεγχόμενη από τους Κούρδους πόλη του Μανμπίτζ. Επιπλέον, οι ΗΠΑ γνωρίζουν ότι η Τουρκία δεν θα δεχτεί ποτέ ένα κουρδικό κράτος στα σύνορά της με τη Συρία. Είναι μόνο θέμα χρόνου να συνειδητοποιήσουν οι Κούρδοι ότι έχουν προδοθεί και ότι η μοίρα τους έχει σφραγιστεί.

Οι Κούρδοι κάποια στιγμή αντιμετωπίστηκαν ως προδότες από την κεντρική κυβέρνηση της Δαμασκού: θα εξακολουθήσουν να θεωρούνται ως τέτοιοι εάν δεν εγκαταλείψουν τον ρόλο τους ως ασπίδα για τις ΗΠΑ. Ο πρόεδρος Άσαντ άνοιξε την πόρτα για απευθείας διαπραγματεύσεις και οι Κούρδοι δήλωσαν «έτοιμοι να διαπραγματευτούν». Το τίμημα που πρέπει να πληρώσουν οι Κούρδοι δεν είναι περίπλοκο: πρέπει να σταματήσουν να προστατεύουν τις κατοχικές δυνάμεις (Αμερικανικές, Γαλλικές, Βρετανικές) στη βόρεια Συρία.

Οι Κούρδοι προτίμησαν να αφήσουν την Τουρκία να μπει στη συριακή επικράτεια και να καταλάβει το Αφρίν, παρά να στραφούν προς το κράτος που τους φιλοξένησε όταν έφτασαν στην περιοχή πριν αρκετές δεκαετίες. Οι Κούρδοι παρέδωσαν ένα έδαφος το οποίο δεν τους ανήκε. Ανήκει στο συριακό κράτος και οι Κούρδοι πρέπει να ξυπνήσουν.

Τι γίνεται λοιπόν με τους Κούρδους; Ποιοι απομένουν στο πλευρό τους;

Ο Τραμπ ήταν έτοιμος να εγκαταλείψει τους Κούρδους, ανέβαλε όμως την απόφασή του επειδή είναι προς όφελος του Ισραήλ –όχι των ΗΠΑ– να διατηρηθεί η αμερικανική κατοχή της βόρειας Συρίας. Επιπλέον, ο Τραμπ ήθελε χρηματοδότηση από τη Σαουδική Αραβία και τα Εμιράτα. Μετέτρεψε λοιπόν τον αμερικανικό στρατό σε μισθοφορικό και σε όπλα που διατίθενται προς πώληση. Τα Εμιράτα και η Σαουδική Αραβία – σύμφωνα με τα μέσα ενημέρωσης – προσέφεραν από κοινού 400 εκατομμύρια δολάρια, αλλά ο Τραμπ ζήτησε 4 δισεκατομμύρια δολάρια για να παραμείνουν οι στρατιώτες του στο έδαφος. Φαίνεται ότι οι στρατιωτικές δυνάμεις των ΗΠΑ έχουν γίνει η χήνα με τα χρυσά αυγά λόγω των πλούσιων χωρών της Μέσης Ανατολής. Μέσα σε αυτή την περίπλοκη και μπερδεμένη κατάσταση, οι Κούρδοι δεν έχουν θέση.

Η εξίσωση είναι πολύ απλή: εάν οι αμερικανικές δυνάμεις παραμείνουν και εξακολουθούν να κατέχουν τη βορειοανατολική Συρία, η Ουάσιγκτον πρέπει να επενδύσει στην ανοικοδόμηση των κατεστραμμένων υποδομών, πράγμα που απαιτεί πραγματικό χρήμα. Αυτό δεν ταιριάζει με τους στόχους του Τραμπ να μαζεύει χρήμα και να μην επενδύει ούτε ένα δολάριο. Αυτό είναι που οι Κούρδοι δεν μπόρεσαν να συνειδητοποιήσουν και φαίνεται ότι εξακολουθούν να μην καταλαβαίνουν.

Συμπερασματικά, οι Κούρδοι δεν έχουν κάποια ειδική θέση υπό τις φτερούγες των ΗΠΑ. Δεν είναι πλέον οι μόνοι στη Μέση Ανατολή που σχετίζονται με το Ισραήλ. Το Μπαχρέιν, η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα δεν κρύβουν πλέον την ανταλλαγή επισκέψεων με αξιωματούχους του Ισραήλ και μιλούν ανοιχτά υπέρ των σχέσεων με το Τελ Αβίβ.

Οι Κούρδοι έχουν μόνο μία δυνατότητα: να προσεγγίσουν την κεντρική κυβέρνηση στη Δαμασκό για διαμεσολάβηση, να σταματήσουν να προστατεύουν μια δύναμη κατοχής και να καταλάβουν ότι είναι απλά το κρέας για τα κανόνια για χάρη της σχέσης ΗΠΑ-Τουρκίας. Οι Κούρδοι πρέπει να κάνουν πολύ καθαρό ότι δεν θέλουν να χρησιμοποιηθούν ως όργανο για να υπηρετηθεί ο αμερικανικός στόχος του διαμελισμού της Συρίας. Όλες οι πρόσφατες τοποθετήσεις των Κούρδων καθιστούν κάτι τέτοιο εξαιρετικά απίθανο. Αλλά είναι ο μόνος δρόμος για αυτούς, αν είναι σε θέση να το πράξουν. Σε αυτή την περίπτωση μπορούν να κερδίσουν την πλήρη επανένταξη στο κράτος που τους υποδέχθηκε όταν έφτασαν στην περιοχή πριν από 100 χρόνια.

Πηγή: https://ejmagnier.com

Μετάφραση: antapocrisis.gr

Δημοσιογράφος, πολεμικός ανταποκριτής, αναλυτής σε θέματα Μέσης Ανατολής. Επικεφαλής του τμήματος διεθνών του Al Rai.

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *