Εκλογές στη Βαυαρία

Για τις εκλογές στη Βαυαρία

Το αποτέλεσμα των πρόσφατων εκλογών του κρατιδίου της Βαυαρίας θεωρήθηκε από πολλούς ιστορικό. Στην πραγματικότητα αποτελεί ένα ακόμα επεισόδιο μιας παρατεταμένης πολιτικής κρίσης που ταλανίζει τη χώρα από το ξέσπασμα της κρίσης της ευρωζώνης το 2010 και, κυρίως, της προσφυγική κρίση το 2015. Αν και ψήγματά μιας επικείμενης πολιτικής κρίσης ήταν ήδη ορατά, οι εθνικές εκλογές του περασμένου φθινοπώρου ξεδίπλωσαν γεγονότα και έφεραν στο προσκήνιο τα πολιτικά αδιέξοδα που αντιμετωπίζει η χώρα: τη ραγδαία άνοδο της ακροδεξιάς και την κοινωνική πόλωση, την κρίση των παραδοσιακών κομμάτων με τη διάλυση της σοσιαλδημοκρατίας και την εσωκομματική αναταραχή των χριστιανοδημοκρατών, την αδυναμία εξεύρεσης κυβερνητικών λύσεων και τις συνεχείς προστριβές στο κυβερνητικό στρατόπεδο αλλά και την άνοδο κινημάτων και της ριζοσπαστικοποίησης και πολιτικής ενεργοποίησης ενός κομματιού της κοινωνίας.

Εάν και στο οικονομικό πεδίο η Γερμανία επωφελήθηκε τα μέγιστα από την κρίση της ευρωζώνης, στο πολιτικό δεν βγαίνει αλώβητη. Μέχρι σήμερα η ο νέος κυβερνητικός συνασπισμός που σχηματίστηκε με μεγάλη δυσκολία ένα χρόνο σχεδόν πριν, δεν έχει καταφέρει να πείσει. Είναι διάχυτη η αίσθηση της ακυβερνησίας, είναι εμφανείς η αδυναμία του κυβερνητικού στρατοπέδου να ασκήσει το έργο του, είναι κατάφορες οι αντιθέσεις μεταξύ των κυβερνητικών εταίρων. Η Μέρκελ δεν μπορεί άλλο, ο Ζεεχόφερ είναι πολύ δεξιός για να γίνει αποδεκτός, η Νάλες δεν τραβάει, τα πολιτικά στρατόπεδα που εκπροσωπούν δεν μπορούν να βρουν κοινούς βηματισμούς. Και ενώ το πολιτικό αντικατοπτρίζει υπαρκτές αντιθέσεις του αστικού στρατοπέδου, υποβόσκει μια γενικότερη κοινωνική δυσαρέσκεια και ταυτόχρονα μια σημαντική κοινωνική πόλωση που εντείνεται από το γενικότερο κλίμα και ασκεί εκ νέου πιέσεις ουσιαστικά σε το πολιτικό φάσμα. Μέχρι τώρα οι πιέσεις αυτές έχουν οδηγήσει σε μια σημαντική πολιτική μετακίνηση προς στα δεξιά. Το τελευταίο διάστημα όμως βγαίνει στο προσκήνιο ένα κομμάτι κόσμου που αντιδρά μαζικά στη δεξιά στροφή της κοινωνίας και της πολιτικής. Νέα μαζικά κινήματα εμφανίζονται στις μεγάλες πόλεις, νέες συζητήσεις ανοίγουν αναπόφευκτα στην αριστερά που θέτουν ζητήματα-ταμπού για την γερμανική αριστερή πολιτικοποίηση – όπως το ζήτημα της ΕΕ και της Ευρώπη, του ιμπεριαλισμού και της θέσης της Γερμανίας κλπ – ενώ νέα μορφώματα οργανώνονται δειλά, επιχειρώντας να διεμβολίσουν, να πιέσουν από τα αριστερά αλλά και να πολιτικοποιήσουν και να ενώσουν. Κυριαρχούν βέβαια ακόμα τα επιμέρους ζητήματα και η εύκολη πολιτικοποίηση και λείπει ένα πολιτικό υποκείμενο που να μπορεί να συγκεντρώσει την κατάσταση. Έτσι η αντίδραση μέχρι στιγμής διοχετεύεται σε ασφαλή για το σύστημα κανάλια, σε συνθηματική πολιτική και εύκολη ψήφο.

Γεγονός είναι ότι οι οικονομικές αντιθέσεις που ξεδιπλώθηκαν ως αποτέλεσμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και της κρίσης της ευρωζώνης, προκάλεσαν αλυσιδωτές αντιδράσεις σε πολιτικό επίπεδο, μεταφέροντας γρήγορα την κρίση από το οικονομικό και στο πολιτικό. Η αστική τάξη δεν βγαίνει από την κρίση αυτή ούτε αλώβητη ούτε ενιαία και αδιαίρετη. Βασικά, γιατί δεν βγαίνει από την κρίση. Το αστικό στρατόπεδο δεν είναι ενιαίο, δεν φαίνεται να είναι σίγουρο για το πως θέλει θα συνεχίσει και είναι ιδεολογικά πολωμένο. Η αδυναμία του να δώσει μακροχρόνιες λύσεις δημιουργεί προστριβές και αντιθέσεις, τόσο διακρατικές όσο και ενδοκρατικές. Ταυτόχρονα, η κρίση  διαλύει κοινωνικά συμβόλαια δεκαετιών και απελευθερώνει δυνάμεις, που αδυνατούν όμως αυτή τη στιγμή να βρουν λύσεις εκτός συστήματος. Έτσι γίνονται εύκολα υποχείρια στα χέρια των συστημικών προτάσεων στην που δυστυχώς δεν απειλούν το σύστημα, του δίνουν αντιθέτως χώρο και χρόνο να ανασυνταχθεί και να επαναπροσδιοριστεί στις νέες συνθήκες. Αυτό αφορά τόσο τα νέα «λαϊκιστικά», ακροδεξιά μορφώματα όσο και τη δημοφιλή σήμερα πολιτική των ταυτοτήτων και των δικαιωμάτων. Και ενώ υπάρχει ορατή μια πολιτική ευκαιρία, αυτή χάνεται όσο η αριστερά δεν δίνει τις δικές της απαντήσεις.

Για το αποτέλεσμα των εκλογών[1]

Η Βαυαρία είναι μια αρκετά ιδιαίτερη περιοχή, από τις παραδοσιακά πιο συντηρητικές περιοχές της Γερμανίας, με αρκετά μεγάλη σημασία για την κεντρική γερμανική πολιτική τόσο λόγω της οικονομικής της δύναμης όσο και για του μεγέθους της. Με πληθυσμό λίγο μεγαλύτερο από 12 εκατομμύρια, η Βαυαρία είναι το πολυπληθέστερο κρατίδιο της Γερμανίας. Ταυτόχρονα, είναι το οικονομικά πιο ισχυρό και παραγωγικό. Ενδεικτικά, η ανεργία πέρσι έκλεισε περίπου στο 2,8%[2]ενώ ανά περιοχές κινήθηκε αρκετά κάτω του 2%, μπορεί δηλαδή να χαρακτηριστεί σχεδόν ανύπαρκτη. Το 18%[3] περίπου της συνολικής γερμανικής παραγωγής, βιομηχανικής και αγροτικής, παράγεται στη Βαυαρία, με ανάπτυξη του ΑΕΠ κατά τα έτη 2009-2017 λίγο πάνω από 39%[4], η μεγαλύτερη σε επίπεδο Γερμανίας. Είναι ίσως λοιπόν το κρατίδιο που επωφελείται περισσότερο από όλα από την ίδια την οικονομική κρίση και κυρίως την κρίση της ευρωζώνης και τη σκληρή Γερμανική πολιτική. Το μέσο εισόδημα βρίσκεται περίπου στα 45.000€[5] το χρόνο, το υψηλότερο της Γερμανίας με αρκετές διακυμάνσεις βέβαια από περιοχή σε περιοχή, ενώ άνω του 80% του πληθυσμού θεωρεί την οικονομική του κατάσταση καλή, δηλώνει γενικά ικανοποιημένο και αποζητά σταθερότητα.

Οι χριστιανοκοινωνιστές του CSU, του αδελφού-συνεργαζόμενου κόμματος των χριστιανοδημοκρατών, χοντρικά κυβερνούν από τις αρχές της δεκαετίας του 50, δέκα χρόνια πριν δε τα εκλογικά ποσοστά τους αγγίζαν το 60%. Γενικά είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς την βαυαρική πολιτική και χωρίς τους χριστιανοκοινωνιστές, μια τοπικιστική, νεοφιλελεύθερη και συντηρητική έκδοση του μερκελικού κόμματος[6]. Η αριστερά της Βαυαρίας υπήρξε πάντα από αδύναμη έως ανύπαρκτη, παρά το μεγάλο ποσοστό εργατών στην περιοχή. Η βασική δύναμη συγκέντρωσης της εργατικής τάξης υπήρξε πάντοτε η σοσιαλδημοκρατία. Το πεδίο ήταν πάντα δύσκολο και εχθρικό για την υπόλοιπη αριστερά. Τόσο το υψηλό βιοτικό επίπεδο ακόμα και της ίδιας της εργατικής τάξης όσο και η γενικότερη κυρίαρχη ιδεολογία της περιοχής, ακραία τοπικιστική και ελιτιστική, δεν αποτελούν πρόσφορο έδαφος. Είναι δύσκολο να ορίσει κανείς το πως μπορείς να κάνεις αριστερή πολιτική και ιδεολογική δουλειά στο πιο πλούσιο κρατίδιο μιας ιμπεριαλιστικής, ισχυρής χώρας που επωφελείται και ζει από την ισχυρή θέση της Γερμανίας στην Ευρώπη και τον κόσμο. Και η αριστερά δεν φαίνεται να έχει βρει ουσιαστικά την απάντηση.

Οι εκλογές λοιπόν αποτέλεσαν την απόλυτη ήττα για τα κόμματα του κυβερνητικού συνασπισμού του Βερολίνου, τους χριστιανοκοινωνιστές και τους σοσιαλδημοκράτες. Οι μεν χριστιανοκοινωνιστές μετράνε το δεύτερο χειρότερο ποσοστό από υπάρξεώς τους, περίπου 37%, και αδυνατούν να σχηματίσουν αυτοδύναμη κυβέρνηση. Οι δε σοσιαλδημοκράτες, με 9%, ουσιαστικά καταποντίζονται. Σε μια πρώτη ανάλυση μπορεί κανείς να πει με σιγουριά ότι τα δύο κόμματα πληρώνουν ακριβώς τα προβλήματα τις κεντρικής πολιτικής, την αδυναμία της κυβέρνησης, τους ενδοκυβερνητικούς διαξιφισμούς, τη μικροπολιτική και την αντιφατικότητα. Είναι η πρώτη φορά που γερμανική κυβέρνηση φαντάζει τόσο ευάλωτη. Και από την προοδευτική και από τη συντηρητική-ακροδεξιά μεριά εκφράζεται μια δυσαρέσκεια από την υπάρχουσα πολιτική. Τα δύο κόμματα λοιπόν γίνονται στόχος αυτής της δυσαρέσκειας.

Το μεγαλύτερο ποσοστό αυτού που χάνουν οι χριστιανοκοινωνιστές έχει να κάνει με ένα κομμάτι κόσμου που θεωρεί λάθος την υποχωρητική στάση του κόμματος στο κεντρικό πολιτικό, κυρίως στο μεταναστευτικό και προσφυγικό ζήτημα. Δυσφορεί με τον «φιλελευθερισμό» της Μέρκελ, θέλει πιο σκληρή πολιτική, νιώθει να απειλείται για κάποιο λόγο. Ένα πρώτο στοιχείο είναι ότι υπάρχουν ανακατατάξεις στη δεξιά πολυκατοικία, με την εμφάνιση για πρώτη φορά στη Βαυαρία της Εναλλακτικής για τη Γερμανία. Όσο και αν ξενίζει η εμφάνιση ενός ακραίου νεοφασιστικού μορφώματος στη Βαυαρική βουλή, η μετακίνηση αυτή ήταν αναμενόμενη καθώς η εναλλακτική αναδείχθηκε σε πρωταγωνιστική δύναμη σε όλες τις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις. Τα ποιοτικά χαρακτηριστικά όμως στη Βαυαρία είναι ίσως διαφορετικά, ένας άλλου είδους αστικός εθνικισμός-τοπικισμός που δεν απορρέει από την πραγματικότητα των «αποτυχημένων της παγκοσμιοποίησης», όπως στην ανατολική Γερμανία, αλλά των επιτυχημένων αυτής. Και αυτό γιατί στην περιοχή υπήρχε πάντα μια αίσθηση ανωτερότητας, απόρροια της οικονομικής επιτυχίας της περιοχής, ένας ελιτισμός ως αποτέλεσμα της οικονομικής της δύναμης και ένας διάχυτος ατομικισμός. Στο πλαίσιο αυτό το ποσοστό της Εναλλακτικής για τη Γερμανία δε σοκάρει αν και προβληματίζει, κινήθηκε δε σε χαμηλότερα επίπεδα από άλλα κρατίδια και δεν προσέγγισε τόσους πολλούς νέους ψηφοφόρους όσο αλλού. Γιατί οι χριστιανοκοινωνιστές καταλαμβάνουν ούτως ή άλλως τον χώρο της συντηρητικής δεξιάς, μετακινούνται δε σταθερά όλο και δεξιότερα, με τη σκληρή τους πολιτική στο μεταναστευτικό, με τις μαζικές απελάσεις, με την ακραία πολιτική εσωτερικής ασφάλειας και τον νέο αστυνομικό νόμο που σε εμάς θα θύμιζε χούντα, με την επαναθρησκευτικοποίηση του κράτους απέναντι στο μουσουλμανικό κίνδυνο,  με τη γενικότερη ρητορική τους περί υπεροχής της Βαυαρίας και της κουλτούρας της.

Η άλλη πλευρά εδώ είναι ότι οι χριστιανοκοινωνιστές χάνουν ένα κομμάτι κόσμου που τοποθετεί τον εαυτό του στο χώρο της κεντροδεξιάς, που θεωρεί μεν τον εαυτό του από φιλελεύθερο έως νεοφιλελεύθερο στην οικονομία αλλά που ξενίζεται από τον ρατσιστικό λόγο και την σκληρή πολιτική, που έχει και άλλες ανησυχίες (περιβάλλον, ταυτότητες κλπ), που αναζητά μια πιο μετριοπαθή στάση, που θέλει ένταξη των προσφύγων, που δεν αρέσκεται από τη δεξιά πίεση που ασκούν οι χριστιανοκοινωνιστές στη Γερμανική κυβέρνηση. Ο κόσμος αυτός πάει είτε σε μικρότερα κόμματα της δεξιάς, όπως τους Φιλελεύθερους και τους Ελεύθερους Ψηφοφόρους που ανεβαίνουν οριακά, το μεγαλύτερο όμως κομμάτι του περνάει στους πράσινους. Δεν είναι τυχαίο ότι το κόμμα των χριστιανοκοινωνιστών και ο ηγέτης του Ζεεχόφερ βρέθηκαν στο κέντρο των διαμαρτυριών στην περιοχή τους τελευταίους μήνες. Και είναι γεγονός ότι οι διαρροές των χριστιανοκοινωνιστών κινούνται περισσότερο προς τους πράσινους από ότι προς την Εναλλακτική για τη Γερμανία.

Οι πράσινοι είναι οι μεγάλοι κερδισμένοι των εκλογών. Τα τελευταία χρόνια δε έχουν εξελιχθεί σε κόμμα μπαλαντέρ, παντός καιρού και πολιτικού κλίματος, κερδίζοντας ψηφοφόρους και από τα δεξιά τους και από τα αριστερά τους. Στη Βαυαρία καρπώνονται το σύνολο σχεδόν των χαμένων ψήφων των σοσιαλδημοκρατών και ένα μεγάλο μέρος των χριστιανοκοινωνιστών. Είναι μια εύκολη επιλογή καθώς τους πράσινους θα τους βρεις παντού: στο δρόμο για τα δικαιώματα των μεταναστών και ενάντια στην κυβέρνηση αλλά και στις τοπικές κυβερνήσεις να συγκυβερνούν με τους χριστιανοδημοκράτες. Είναι με το κεφάλαιο αλλά και με τα δικαιώματα και την κοινωνική δικαιοσύνη, με την οικολογία και τη βιωσιμότητα αλλά και με την οικονομική ανάπτυξη, γενικά ενάντια στο μίσος στην πολιτική αλλά και με την ασφάλεια. Γενικά είναι με όλους και με όλα, εύκολα συνθήματα, που πάντα σχεδόν διαψεύδονται όταν καλούνται να τα κάνουν πολιτική. Γιατί στην πραγματική ζωή πρέπει να παίρνεις θέση. Και οι πράσινοι, όσο και αν σήμερα βρίσκονται στο δρόμο, έχουν από καιρό πάρει θέση με το κεφάλαιο. Δεν είναι τυχαίο ότι τα μεγαλύτερα ποσοστά τους σημειώνονται στις πιο πλούσιες περιοχές, στα μεσαία και ανώτερα μεσαία και στα πιο μορφωμένα κοινωνικά στρώματα. Η πολιτική τους έχει όρια. Καρπώνονται λοιπόν σήμερα ένα ποσοστό που δεν τους ανήκει, που μάλλον θα γυρίσει πίσω στις ρίζες του, στην αριστερά και τη δεξιά, όταν αυτές καταφέρουν να ανασυνταχθούν. Ελλείψει εναλλακτικών όμως, οι πράσινοι καταφέρνουν να κρατάνε μια δυναμική και ουσιαστικά να εγκλωβίζουν.

Και εδώ φυσικά πρέπει να έρθουμε στο θέμα σοσιαλδημοκρατία. Οι σοσιαλδημοκράτες πληρώνουν και θα συνεχίσουν να πληρώνουν την πρόσδεσή τους στο άρμα του νεοφιλελευθερισμού και του γερμανικού κεφαλαίου. Πληρώνουν τη συνολικότερη κρίση και διάλυση της σοσιαλδημοκρατίας, η οποία εκφράζεται στη Γερμανία αρχικά με την νεοφιλελεύθερη πολιτική Σρέντερ στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας, μια βαθιά νεοφιλελεύθερη πολιτική επίθεσης στα εργασιακά δικαιώματα και το κοινωνικό κράτος που δούλεψε στην κατεύθυνση της ισχυροποίησης του εξαγωγικού γερμανικού κεφαλαίου. Μια πολιτική που άνοιξε το δρόμο στο γερμανικό ιμπεριαλισμό, επιβάλλοντας την συμπόρευση των σοσιαλδημοκρατών με τη δεξιά, τους κυβερνητικούς «μεγάλους συνασπισμούς» και τις συγκυβερνήσεις σοσιαλδημοκρατών/χριστιανοδημοκρατών/χριστιανοκοινωνιστών. Εντός των συγκυβερνήσεων αυτών οι σοσιαλδημοκράτες διατυμπάνιζαν συνεχώς την αδυναμία τους μπροστά στον ισχυρό πόλο της Μέρκελ, κράτησαν στάση διγλωσσίας σε μια σειρά ζητημάτων, ουσιαστικά σύρθηκαν μπροστά στις επιταγές του Γερμανικού κεφαλαίου για ισχυρή γερμανική κυβέρνησης, για ισχυρή Γερμανία και γερμανική Ευρώπη. Η στάση τους αυτή αποξένωσε τελείως τη σοσιαλδημοκρατία από την παραδοσιακή βάση της, τους εργαζόμενους, τους βιομηχανικούς εργάτες και τα συνδικάτα και τους έχει οδηγήσει σε μια βαθιά εσωτερική κρίση, με κόσμο να φεύγει και προς τα αριστερά αλλά και προς τα δεξιά. Οι σοσιαλδημοκράτες πληρώνουν την αδυναμία τους να αποτελέσουν αντιπολίτευση, το ότι δεν έχουν εναλλακτική πρόταση και πολιτική ταυτότητα. Ο μέσος Γερμανός ψηφοφόρος δεν τους αναγνωρίζει πλέον λόγο ύπαρξης. Έχουν απογοητεύσει δε και αυτούς που ήλπιζαν σε ένα αντίβαρο στους ισχυρούς χριστιανοδημοκράτες, σε αυτούς που νόμιζαν ότι με τη συμμετοχή τους σε μια κυβέρνηση συνεργασίας ίσως θα μπορούσαν να πιέσουν προς τα αριστερά και να κάνουν τη διαφορά. Στην πραγματικότητα παραδόθηκαν. Ότι κρατάνε μένει είτε για ιστορικούς λόγους, είτε γιατί ελπίζει ότι θα αλλάξει το κόμμα, είτε απλά γιατί ζει και επωφελείται από αυτό(κυρίως συνδικαλιστές και πολιτικό προσωπικό). Η μετακίνηση ψηφοφόρων από τη σοσιαλδημοκρατία στους πράσινους δείχνει ότι απεγκλωβίζονται μάζες που παραμένουν στον προοδευτικό γενικά χώρο και θα μπορούσαν να αποτελέσουν κοινό για κάποια αριστερά στο μέλλον. Δείχνει όμως ότι οι μάζες αυτές πηγαίνουν σχετικά δεξιότερα, επιλέγοντας τα επί μέρους ζητήματα και τη ρεαλιστική πολιτική, εγκλωβίζονται. Ερώτημα είναι το γιατί η αριστερά δεν αποτελεί απάντηση και αν θα μπορούσε να αποτελέσει στο μέλλον. Ρόλο έπαιξε και το ζήτημα της χαμένης ψήφου, καλύτερα όμως να αποφεύγει κανείς τις τεχνικές απαντήσεις σε αμιγώς σε τελική ανάλυση πολιτικές ερωτήσεις.

Γιατί λοιπόν η αριστερά δεν παίρνει το χαμένο ποσοστό της σοσιαλδημοκρατίας; Η αριστερά δεν υπήρξε ποτέ ιδιαίτερα ισχυρή στη Βαυαρία. Έχει δε υποκειμενικές αλλά και αντικειμενικές δυσκολίες που είναι δύσκολο να υπερβεί. Στην πραγματικότητα το σημερινό της ποσοστό αποτελεί επιτυχία, αφού ανεβαίνει σε όλες τις περιφέρειες, ανά περιοχές δε διπλασιάζεται. Αρχικά, όπως έχει ήδη αναφερθεί, είναι δύσκολο να κάνεις αριστερή πολιτική σε μια περιοχή με τα χαρακτηριστικά της Βαυαρίας. Φυσικά και υπάρχουν στρώματα που θα μπορούσε να επέμβει πιο ενεργά. Ακόμα και σε αυτούς όμως είναι δύσκολο. Η αποϊδεολογικοποίηση της αριστεράς και η αποκοπή της από την εργατική τάξη, σε ένα τέτοιο περιβάλλον δείχνει και τα όρια της. Λανθασμένα πέφτει στη λούπα της επί μέρους πολιτικής, από την οποία κερδίζει κάποιο κόσμο, έχει όμως αντικειμενικά όρια. Από την άλλη πλευρά η μικρή της βάση, η ποινικοποίηση που υπέστη τις προηγούμενες δεκαετιών στο πλαίσιο της πολιτικής των δύο άκρων που ακολουθήθηκε στη Γερμανία μετά την πτώση του τείχους – που στη Βαυαρία ήταν ιδιαίτερα σκληρή – και η σύνδεσή της με την ανατολική Γερμανία, δεν βοήθησαν ποτέ στην ανάπτυξή της. Τα εσωκομματικά της προβλήματα δε είναι ορατά και εδώ. Δεν πρέπει όμως να υποτιμηθεί το γεγονός ότι η πολιτική κρίση δημιουργεί κινήματα και ακροατήρια και απελευθερώνει δυνάμεις. Χαρακτηριστικά είναι τα μεγάλα κινήματα που αναπτύχθηκαν στη Βαυαρία τα τελευταία δύο χρόνια, ενάντια στο νέο νόμο εσωτερικής ασφάλειας, ενάντια στους χριστιανοκοινωνιστές και τη δεξιά στροφή της Βαυαρίας, υπέρ των μεταναστών και των προσφύγων, ενάντια στην παγκοσμιοποίηση κ.α. Γενικά υπάρχει μια κινητοποίηση στη βάση της Βαυαρικής κοινωνίας αλλά δεν φαίνεται να μπορεί αυτή η αριστερά να τη μαζέψει. Το ρόλο της συγκέντρωσης δυνάμεων προσπαθεί να παίξει η νέα πρωτοβουλία Βάγκεκνεχτ-Λαφοντέν για τη δημιουργία ενός πλατιού κινήματος βάσης με συνελευσιακά χαρακτηριστικά και χαλαρότερη οργάνωση από τη στενά κομματική, που να προσεγγίζει κόσμο της γενικότερη κοινωνικής και πολιτικής αριστεράς και απεγκλωβισμένους των σοσιαλδημοκρατών και των πρασίνων και να έχει ως βασικό κορμό το κόμμα της Αριστεράς. Έχει αρχίσει ήδη να κάνει την εμφάνιση της και έχει αρχίσει να συγκεντρώνει ένα κόσμο ευρύτερης αριστερής πολιτικοποίησης, δέχεται όμως δριμύτατη κριτική από την κυρίαρχη τάση του κόμματος της Αριστεράς, που την βλέπει περισσότερο ως απειλή παρά ως ευκαιρία.

Η επόμενη μέρα

Το βασικότερο είναι η επόμενη μέρα. Αν και σε επίπεδο Βαυαρίας δεν θα υπάρξει καμία αλλαγή πλεύσης, όποιο και από τα κυβερνητικά σενάρια και να επικρατήσει. Αυτά είναι γενικά τρία: κυβέρνηση χριστιανοκοινωνιστών είτε με τους κεντροδεξιούς πλην νεοφιλελεύθερους τοπικιστές Ελεύθερους Ψηφοφόρους, είτε με τους πράσινους είτε με τους σοσιαλδημοκράτες. Το τρίτο σενάριο είναι και το πιο απίθανο. Το δεύτερο θα είχε ένα ενδιαφέρον. Θα βλέπαμε τι θα σήμαινε αυτό για τους πράσινους και τις εξαγγελίες τους και πιθανά θα απελευθέρωνε μια ακόμα μεγαλύτερη δυναμική, τόσο αυτή που πήραν τώρα αλλά που σίγουρα δεν είναι δική τους όσο και ενός αριστερότερου κόσμου που βρίσκεται ακόμα στους κόλπους τους και που σε ένα τέτοιο σενάριο πιθανά θα απεγκλωβίζονταν. Επίσημα οι πράσινοι δηλώνουν αδυναμία να συγκυβερνήσουν με τους ακραίους χριστιανοκοινωνιστές, προβάλλοντας τα ίδια αδιέξοδα που συνάντησαν κατά τις αποτυχημένες διαπραγματεύσεις για το σχηματισμό κυβέρνησης το περασμένο Φθινόπωρο. Θα δούμε τι θα συμβεί όμως εάν δεχτούν πιέσεις. Η βάση τους πάντως δεν είναι τελείως αρνητική στην πιθανότητα. Είναι απίθανο όμως να πιεστούν από κάπου όσο υπάρχει η λύση των Ελεύθερων Ψηφοφόρων. Το πρώτο σενάριο είναι και η πιο ασφαλής επιλογή και μάλλον η πιο εφικτή, ξεκάθαρη δεξιά κυβέρνηση χωρίς πολλές παρεκκλίσεις και με ξεκάθαρο ηγεμονικό ρόλο των χριστιανοκοινωνιστών.

Το σημαντικό είναι ο ρόλος που παίζουν οι βαυαρικές εκλογές στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό και η επίδραση τους στον εύθραυστο συνασπισμό. Αρχικά, πληθαίνουν οι φωνές τόσο στους χριστιανοδημοκράτες όσο και στους χριστιανοκοινωνιστές που στέκονται κριτικά απέναντι στη Μέρκελ, τόσο προσωπικά όσο και πολιτικά. Η Μέρκελ φαίνεται να μην μπορεί πλέον να κρατήσει τις αναγκαίες ισορροπίες μέσα στο κομματικό συνασπισμό της και να μην μπορεί να ηγηθεί της κυβέρνησης. Πιέσεις δέχεται τόσο από τα αριστερά της όσο και από τα δεξιά της. Οι επικριτές από τα αριστερά την κατηγορούν πως υποτάσσεται στην ακροδεξιά πίεση των χριστιανοκοινωνιστών για να μην διαλυθεί ο κυβερνητικός συνασπισμός και πως ουσιαστικά εντείνει με τη στάση της το κλίμα ακυβερνησίας. Από τα δεξιά δε πιέζεται για σκληρότερη πολιτική, ειδικά στο μεταναστευτικό, κάτι που την βγάζει εκτός των ορίων της φιλελεύθερης στο κοινωνικό πολιτικής που έχει ακολουθήσει μέχρι σήμερα. Πιέζεται δε και κοινωνικά, τόσο από μια κοινωνική δεξιά που βαίνει συνεχώς δεξιότερα και που της πέφτει υπέρ το δέον φιλελεύθερη όσο και από μια πιο κεντρώα δεξιά που βλέπει τις ακραίες φωνές της κυβέρνησης σαν παραφωνία. Όλοι ζητάν καθαρότερη πολιτική που όμως θα σήμαινε να σπάσουν αυγά και να χαραχτούν νέοι δρόμοι και αυτό για το αστικό στρατόπεδο δεν είναι εύκολο. Το παιχνίδι τακτικισμού που παίζεται μέχρι στιγμής απλά επιτείνει το αδιέξοδο. Η αλήθεια βέβαια είναι ότι οι υπάρχουσες λύσεις σε ένα μέλλον χωρίς Μέρκελ σημαίνουν πιθανότατα ακόμα δεξιότερη μετατόπιση, ακόμα περισσότερη σκλήρυνση της πολιτικής και ακόμα μεγαλύτερες πιέσεις στην Ευρώπη.

Ταυτόχρονα η διάλυση της σοσιαλδημοκρατίας οδηγεί μοιραία σε επαναδιαπραγμάτευση της θέσης της στην κυβέρνηση και στο κομματικό σύστημα. Είναι ισχυρές οι φωνές που ζητάνε αλλαγή πλεύσης και αριστερή στροφή, αντιπολίτευση και επαναπροσδιορισμό του κόμματος. Υπάρχει ένα μεγάλο κομμάτι της βάσης που πιέζει, κυρίως η νεολαία που τοποθετήθηκε ανοιχτά κατά της συμμέτοχης του κόμματος στη νέα κυβέρνηση. Δεν είναι απίθανο να λοιπόν αποτραβηχτούν από τον κυβερνητικό συνασπισμό, πράγμα που θα έριχνε φυσικά την κυβέρνηση. Οι ισορροπίες είναι γενικά λεπτές. Οι εκλογές της Έσσης σε δυο βδομάδες είναι πιθανό να ξεδιπλώσουν δυναμικές. Πάντως αρχικά μάλλον υπάρχει μια στάση αναμονής, αν και όλα μέχρι στιγμής δείχνουν ότι τα αποτελέσματα της Έσσης θα είναι ανάλογα της Βαυαρίας και θα προκαλέσουν εξελίξεις.

[1]Για μια επισκόπηση της συνολικής μετακίνησης των Βαυαρών ψηφοφόρων: https://landtagswahl.br.de/esvdata/soft/ec/ltwby18-default/br24/analysen.html και http://www.tagesschau.de/multimedia/bilder/uvotealbum-991.html?fbclid=IwAR3TNoyJt0SR1eilZ82nB_wumKoUmezAovwD-DNd9JbZ3k3QMBYUVGW9oEY.

[2] Bundesagentur für Arbeit, https://statistik.arbeitsagentur.de/Navigation/Statistik/Statistik-nach-Regionen/Politische-Gebietsstruktur/Bayern-Nav.html, last accessed: 17.10.2018

[3]Horst Kahrs (2018). Die Wahl zum 18. Bayrischen Landtag and 14. Oktober 2018: Wahlbericht und Kommentar. ΙνστιτούτοΡόζαςΛούξεμπουργκ, https://www.rosalux.de/fileadmin/rls_uploads/pdfs/Themen/wahlanalysen/2018-10-14_LTW_BY_WNB.pdf

[4]Horst Kahrs (2018). Die Wahl zum 18. Bayrischen Landtag and 14. Oktober 2018: Wahlbericht und Kommentar. ΙνστιτούτοΡόζαςΛούξεμπουργκ, https://www.rosalux.de/fileadmin/rls_uploads/pdfs/Themen/wahlanalysen/2018-10-14_LTW_BY_WNB.pdf

[5]Στο ίδιο.

[6]Στις κεντρικές εκλογές κατεβαίνουν ως συνεργαζόμενοι με το μερκελικό κόμμαCDUαλλά συμμετέχουν στις διαπραγματεύσεις για τον συντονισμό της κεντρικής κυβέρνησης ως ανεξάρτητος παράγοντας.

Νάσια Πλιακογιάννη

Μέλος της ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ, αρθρογραφεί στο antapocrisis.

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *