Γιατί η συμφωνία για το χρέος είναι κακή για την Ελλάδα

Λίγο πριν έρθει στην εξουσία τον Ιανουάριο του 2015, ο Αλέξης Τσίπρας, ο οποίος ήταν ακόμα γνωστός ως ηγέτης της αντιπολίτευσης και ανειρήνευτος πολέμιος της λιτότητας, δεσμεύτηκε να μη φορέσει γραβάτα μέχρι οι διεθνείς δανειστές να κουρέψουν το υψηλό επίπεδο του χρέους της χώρας σε βιώσιμα επίπεδα.

Την Παρασκευή το βράδυ, ο 43χρονος πρωθυπουργός, ο οποίος εδώ και τρία χρόνια περνά αντιλαϊκά μέτρα λιτότητας σε αντάλλαγμα του τρίτου «σχεδίου διάσωσης» της ΕΕ (μνημόνιο), τελικά φόρεσε μια γραβάτα σε χρώμα μπορντό, ενώ απευθυνόταν στην πολιτική συμμαχία που στηρίζει την κυβέρνησή του, για να γιορτάσει τη σύναψη μιας νέας συμφωνίας χρέους με τους ευρωπαίους πιστωτές.

Η συμφωνία, η οποία υπογράφηκε τις πρώτες πρωινές ώρες της Παρασκευής, επεκτείνει τις πιο άμεσες και πιεστικές λήξεις δανείων της Ελλάδας κατά 10 χρόνια και παρέχει επιπλέον 15 δισεκατομμύρια ευρώ (17,5 δισεκατομμύρια δολάρια) ως χρηματοδότηση από την ΕΕ. Με την ενίσχυση των ταμειακών αποθεμάτων της κυβέρνησης και την προώθηση των πρώτων αποπληρωμών του συγκεκριμένου ποσού στο μακρινό 2033, η απόφαση αναμένεται να παράσχει στην Ελλάδα την απαραίτητη ανάσα πριν από την επιστροφή στις διεθνείς κεφαλαιαγορές, η οποία αναμένεται μετά τη λήξη του τρίτου μνημονίου, τον Αύγουστο.

«Το τέλος της ελληνικής κρίσης»

Στην Αθήνα, οι αξιωματούχοι εξέφρασαν την ικανοποίησή τους για τη συμφωνία που σηματοδοτεί το τέλος της δεκαετούς οικονομικής κρίσης της Ελλάδας. «Πρέπει να πω ότι η ελληνική κυβέρνηση είναι ικανοποιημένη με αυτή τη συμφωνία», δήλωσε ο υπουργός Οικονομικών κ. Ευκλείδης Τσακαλώτος μετά τις μαραθώνιες συνομιλίες στο Λουξεμβούργο. «Νομίζω ότι η Ελλάδα γυρίζει σελίδα».

Ο εκπρόσωπος της κυβέρνησης χαιρέτισε το αποτέλεσμα ως μια «ιστορική απόφαση» που θα επιτρέψει στον «ελληνικό λαό να χαμογελάσει και πάλι», ενώ ο Τσίπρας καυχήθηκε ότι «η Ελλάδα ξαναγίνει μια κανονική χώρα, ανακτώντας την πολιτική και οικονομική της ανεξαρτησία».

Εμφορούμενοι από μια παρόμοια θριαμβευτική διάθεση, οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι έπεσαν πάνω στους Έλληνες ομολόγους τους για να τους συγχαρούν. Ο κ. Klaus Regling, επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM), τόλμησε να πει ότι η συμφωνία αποτελούσε «τη μεγαλύτερη πράξη αλληλεγγύης που έχει δει ποτέ ο κόσμος».

Δυστυχώς, η αλήθεια του πράγματος είναι κάπως πιο περίπλοκη. Στην πραγματικότητα, αυτή η σκληρή συμφωνία είναι απίθανο να καταστήσει μακροπρόθεσμα βιώσιμο το χρέος της Ελλάδας – ούτε φυσικά αποτελεί κάποια ουσιαστική δέσμευση ευρωπαϊκής αλληλεγγύης.

Αντίθετα, η απόρριψη από τους πιστωτές μιας επίσημης μείωσης του χρέους, σημαίνει ότι το συνολικό χρέος της Ελλάδας παραμένει σταθεροποιημένο στο 180% του ΑΕΠ, ενώ η συμφωνημένη επέκταση των ληξιπρόθεσμων δανείων απλώς αναβάλει το πρόβλημα για αργότερα.

Ως εκ τούτου, αντί να τερματίσει οριστικά την κρίση, διαγράφοντας μέρος του χρέους και κατανέμοντας ισορροπημένα το βάρος της προσαρμογής και στην Ελλάδα και στους Ευρωπαίους πιστωτές της, η συμφωνία αυτή, απλώς μετατοπίζει το βάρος της προσαρμογής στις μελλοντικές γενιές των Ελλήνων εργαζομένων και φορολογουμένων. Για να κατανοήσουμε αυτό το πράγμα, πρέπει να εξετάσουμε προσεκτικά ένα μικρό τμήμα της συμφωνίας.

Τα όρια της συμφωνίας

Πρώτα απ’ όλα, ενώ ο Τσίπρας – με τα μειούμενα ποσοστά δημοσκοπήσεων και το μυαλό του στις εκλογές του επόμενου έτους – είναι πρόθυμος να παρουσιάσει τη συμφωνία ως καθαρή έξοδο από την οκταετή κατάσταση των μνημονίων και τη σκληρή εποπτεία των πιστωτών, παραμένει γεγονός ότι η κυβέρνησή του ήδη συμφώνησε να περάσει, εντός του έτους, περαιτέρω φορολογικές επιβαρύνσεις, περικοπές των συντάξεων και ιδιωτικοποιήσεις.

Πολλά από αυτά τα μακράς διάρκειας μέτρα θα τεθούν σε ισχύ μετά την λήξη του τρίτου μνημονίου στις 20 Αυγούστου, πράγμα που σημαίνει ότι οι απλοί Έλληνες είναι απίθανο να δουν βραχυπρόθεσμα οποιαδήποτε βελτίωση στο βιοτικό τους επίπεδο.

Ούτε όμως αυτά τα δημοσιονομικά μέτρα πρόκειται να διευκολύνουν το πρόβλημα του χρέους μακροπρόθεσμα. Στην πραγματικότητα, οι όροι της τελευταίας συμφωνίας απαιτούν από την ελληνική κυβέρνηση να συνεχίσει να διαμορφώνει πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης του 3,5% μέχρι το 2022, ακολουθούμενα κατά μέσο όρο από πλεονάσματα 2,2% έως το 2060, δεσμεύοντας ουσιαστικά τη χώρα σε 42 χρόνια λιτότητας. Για να είμαστε σαφείς, κανένα κυρίαρχο κράτος δεν κατάφερε ποτέ στην ιστορία να έχει αδιάλειπτα πρωτογενή πλεονάσματα για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα.

Επιπλέον, ακόμη και μετά την έξοδο από το τρέχον πρόγραμμα διάσωσης, οι επόμενες ελληνικές κυβερνήσεις θα συνεχίσουν να υπόκεινται σε «ενισχυμένη εποπτεία» από τους διεθνείς πιστωτές στο άμεσο μέλλον.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο θα αποστέλλουν ειδικές ομάδες παρακολούθησης στην Αθήνα τέσσερις φορές το χρόνο, για να διασφαλίσουν ότι η Ελλάδα δεν θα απομακρυνθεί από τους δημοσιονομικούς της στόχους και θα παραμένει στο δρόμο των μεταρρυθμίσεων. Όπως το έθεσε ένας αξιωματούχος της ευρωζώνης, «πρόκειται για ένα σφιχτό λουρί».

Τέλος, οι σκληρής γραμμής πιστώτριες χώρες – με επικεφαλής τη Γερμανία και την Ολλανδία – κατάφεραν για άλλη μια φορά να αποφύγουν τη μόνη αξιόπιστη εναλλακτική λύση: ουσιαστική ακύρωση του χρέους, υπό τη μορφή μιας σημαντικής ονομαστικής μείωσης της αξίας των εξωτερικών υποχρεώσεων της Ελλάδας.

Το χειρότερο είναι ότι η συμφωνία προβλέπει ότι οι αξιωματούχοι της ευρωζώνης θα επανεξετάσουν το ζήτημα μόνο το 2032, πράγμα που σημαίνει ότι η Ελλάδα είναι πιθανό να παραμείνει παγιδευμένη σε παγίδα χρέους τουλάχιστον για τα επόμενα δεκαπέντε χρόνια.

Ως εκ τούτου, στην καλύτερη περίπτωση, η συμφωνία αυτή χρησιμεύει στο να παράσχει στην Ελλάδα ένα βραχυπρόθεσμο οικονομικό αποθεματικό καθώς θα επιστρέψει στις διεθνείς κεφαλαιαγορές μέσα στη χρονιά. Αγοράζει επίσης χρόνο για την υπόλοιπη ευρωζώνη ώστε να καθυστερήσει περαιτέρω μια οικονομικά αναπόφευκτη, αλλά πολιτικά αντιδημοφιλή, μείωση χρέους, επιτρέποντας στις σημερινές κυβερνήσεις – ειδικά στον επισφαλή κυβερνητικό συνασπισμό της Γερμανίας – να αναβάλουν τη στιγμή της αναπόφευκτης μείωσης χρέους πολύ πέρα ​​από τον άμεσο εκλογικό ορίζοντα.

Αυτός ο μπερδεμένος συμβιβασμός προφανώς αποβαίνει σε βάρος της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους.

Όπως έδειξε μια ομάδα κορυφαίων οικονομολόγων στον κόσμο, που περιλαμβάνει τους Barry Eichengreen και Jeromin Zettelmeyer, σε ένα ευρύτατα γνωστό κείμενο τον Απρίλιο, «τα μέτρα που σκιαγράφησε το Eurogroup δεν αρκούν για την αποκατάσταση της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους». Τα μοντέλα τους δείχνουν ότι μόνο η «ονομαστική μείωση της αξίας του χρέους… θα μπορούσε με εμπιστοσύνη να αποκαταστήσει τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους».

Ποιος πληρώνει για την κρίση;

Στη συμφωνία όμως αυτή υπάρχει κάτι μεγαλύτερο από την αριθμητική της βιωσιμότητας του χρέους. Στο επίκεντρο της παρατεταμένης δημοσιονομικής κρίσης της Ελλάδας υπήρξε πάντα ένα ιδιαίτερα αμφισβητούμενο κοινωνικό και πολιτικό ερώτημα σχετικά με το πραγματικό νόημα της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης: Ποιος θα έπρεπε να πληρώσει για την υποτιθέμενη «σπατάλη» των διαδοχικών ελληνικών κυβερνήσεων ή για το «υπερβολικό ρίσκο» των κερδοσκοπικών πιστωτικών ιδρυμάτων στην πορεία προς την κρίση;

Η πορεία στην οποία κατέληξαν οι ευρωπαίοι ηγέτες αποδείχθηκε πολύ μονόπλευρη από την άποψη αυτή: Μόνο η Ελλάδα κατηγορήθηκε για την κατάσταση της, και γι’ αυτό μόνο η Ελλάδα θα έπρεπε να πληρώσει.

Το πραγματικό κίνητρο πίσω από τα προγράμματα διάσωσης πάντα ήταν η διασφάλιση της επιβίωσης ενός υπερβολικά εκτεθειμένου ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος – αλλά το γεγονός αυτό γρήγορα συγκαλύφθηκε. Αντ’ αυτού, οι συντηρητικοί πολιτικοί και τα ταμπλόιντ ανά την Ευρώπη επιδόθηκαν σε μια ανθελληνική φρενίτιδα. Οι Έλληνες εμφανίστηκαν ευρέως σαν να ξοδεύουν τα χρήματα σε απειράριθμες συντάξεις και σε παραθερισμό – ή σε «ποτά και γυναίκες», όπως το είχε θέσει πέρυσι ο πρώην υπουργός Οικονομικών της Ολλανδίας Jeroen Dijsselbloem.

Ωστόσο, όπως έδειξε η έρευνα της Ευρωπαϊκής Σχολής Διοίκησης και Τεχνολογίας στο Βερολίνο, το 95% των κεφαλαίων διάσωσης που υποτίθεται ότι δόθηκαν στην Ελλάδα, πήγαν κατ’ ευθείαν πίσω στους ιδιώτες πιστωτές. Εν τω μεταξύ, τα ίδια τα δάνεια διάσωσης προστέθηκαν στο συνολικό χρέος της Ελλάδας και η χώρα εξακολούθησε να καταβάλλει τόκους για αυτά τα δάνεια.

Με άλλα λόγια, ο ελληνικός λαός δεν έλαβε ποτέ βοήθημα από τους Ευρωπαίους πιστωτές του.

Εν τω μεταξύ, η ελληνική κυβέρνηση μείωσε το μέγεθος του δημόσιου τομέα κατά 26%, μειώνοντας τις συντάξεις και τις κοινωνικές δαπάνες κατά 70% και περικόπτοντας τον προϋπολογισμό της δημόσιας υγείας κατά το ήμισυ. Ως αποτέλεσμα, τα εισοδήματα μειώθηκαν κατά το ένα τρίτο και η ανεργία αυξήθηκε στα ύψη, σε ποσοστό άνω του 28%, προκαλώντας μια πραγματική ανθρωπιστική καταστροφή.

Η απολύτως απαραίτητη διαγραφή χρέους

Το βάρος της προσαρμογής για την κρίση, με λίγα λόγια, κατέληξε σε λεόντειο συμφωνία υπέρ των ξένων δανειστών της Ελλάδας. Σε μια πολύ κρίσιμη έκθεση σχετικά με τη συμμετοχή του στο πρώτο μνημόνιο, το ΔΝΤ, αργότερα, το αναγνώρισε. Οι διασώσεις ΕΕ-ΔΝΤ, με τα λόγια του ΔΝΤ, «υπήρξαν μια επιχείρηση εκμετάλλευσης» υπέρ των ευρωπαϊκών τραπεζών ώστε να μειώσουν την έκθεσή τους στο ελληνικό χρέος, πριν από την αναπόφευκτη μελλοντική του αναδιάρθρωση.

Όπως αποδεικνύεται, ακόμη και οι επίσημοι δανειστές της Ελλάδας είχαν σημαντικά κέρδη από αυτή την υπέρ του πιστωτή πολιτική διαχείρισης κρίσεων. Την περασμένη εβδομάδα, μια κοινοβουλευτική έρευνα του Κόμματος των Πράσινων αποκάλυψε ότι η γερμανική κυβέρνηση είχε κέρδη ύψους 2,9 δις ευρώ (3,3 δις δολάρια) από τα ελληνικά ομόλογα.

Ακόμα κι αν η Γερμανία επιστρέψει τελικά τα κέρδη αυτά, όπως προβλέπεται από τη συγκεκριμένη συμφωνία, μια ξεχωριστή μελέτη από το IWH διαπίστωσε ότι η χώρα εξακολουθεί να «επωφελείται σημαντικά από την ελληνική κρίση», εξοικονομώντας πάνω από 100 δις ευρώ (116.5 δις δολάρια) – ή 3% του ΑΕΠ – από χαμηλότερες πληρωμές τόκων μεταξύ 2010 και 2015, με το μεγαλύτερο μέρος της μείωσης αυτής να αποδίδεται στη φυγή των επενδυτών από την Ελλάδα και άλλες περιφερειακές χώρες της ευρωζώνης.

Υπό το φως των ανωτέρω, πρέπει να είναι σαφές ότι ατελείωτο παιχνίδι της Ευρώπης του να «επεκτείνεται και να υποκρίνεται» έχει γίνει εντελώς αστήρικτο και από ηθικής και από οικονομικής πλευράς.

Η συμφωνία του Λουξεμβούργου μπορεί να καταφέρει να σε κρατήσει φαινομενικά την ατελείωτη ιστορία του ελληνικού χρέους κάτω από τα ραντάρ για ένα-δύο χρόνια, αλλά αργά ή γρήγορα τα δημοσιονομικά προβλήματά της είναι βέβαιο ότι θα επανέλθουν δριμύτερα.

Η μόνη βιώσιμη λύση στην ελληνική κρίση θα ήταν να διαγραφεί ένα σημαντικό κομμάτι του χρέους. Ελλείψει αυτού, ο καινούριος μπορντό λαιμοδέτης του Τσίπρα θα αποδειχτεί θηλιά κρεμάλας για τον λαό του.

Πηγή: Al Jazeera

Μετάφραση: Χ. Κατσούλας

Ο Jerome Roos αρθρογραφεί στο Al Jazeera.

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *