Τι πανεπιστήμιο χτίζεται;

 english

Τι πανεπιστήμιο χτίζεται;

Τι πανεπιστήμιο χτίζεται;

Κείμενο για το Πανελλαδικό διήμερο του ΑΡΔΙΝ, 17-18 Μαρτίου 2018

Α.Για την πολιτική της Ε.Ε. στην εκπαίδευση

1. Tο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης

Η πολιτική της Ε.Ε για την εκπαίδευση βασίζεται σε ένα πλαίσιο αντιλήψεων και κατευθύνσεων. Σε μεγάλο βαθμό αυτές αποτυπώνονται στη «Λευκή Βίβλο για την εκπαίδευση», κείμενο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του 1995.

Σημείο εκκίνησης αποτελεί η θέση ότι κάτω από την επίδραση τριών παραγόντων, της εμφάνισης της κοινωνίας της πληροφορίας, της διεθνοποίησης της οικονομίας και της ακατάπαυστης προόδου του επιστημονικού και τεχνικού πολιτισμού που «τροποποιούν σημαντικά και σε διαρκή βάση το πλαίσιο της οικονομικής δραστηριότητας και τη λειτουργία των κοινωνιών μας», διαμορφώνεται μια νέα κοινωνία «της Πληροφορίας και της Γνώσης», που επιφέρει και απαιτεί αλλαγές στα πεδία τόσο της εργασίας όσο και της εκπαίδευσης. Αυτή η καταρχήν «αθώα» θέση είναι το υπόβαθρο για μια τυπικά νεοφιλελεύθερη προσέγγιση, με πυρήνα της το εξής: « Οι τεχνολογίες της πληροφορίας έχουν τροποποιήσει τη φύση της εργασίας και την οργάνωση της παραγωγής. Η μακρόχρονη τάση για ανάπτυξη μόνιμης μισθωτής εργασίας, πλήρους απασχόλησης και απροσδιόριστης διάρκειας, δείχνει να ανατρέπεται». Αφού λοιπόν η μόνιμη εργασία και η πλήρης απασχόληση... έχουν ξεπεραστεί από την εξέλιξη των πραγμάτων, απαιτείται και η αντιστοίχιση της εκπαίδευσης προς αυτή τη νέα πραγματικότητα. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται: « Το κεντρικό ζήτημα: προς μια μεγαλύτερη ελαστικότητα. Οι σημερινές δομές των ιδρυμάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης θα πρέπει να προσαρμοστούν […] καθώς έχουν γίνει για να εκπαιδεύουν και να καταρτίζουν τον πολίτη ή τον μισθωτό που προορίζεται για μια μόνιμη απασχόληση, τα ιδρύματα αυτά είναι υπερβολικά άκαμπτα»

Το ζητούμενο λοιπόν είναι η διαμόρφωση μιας εκπαιδευτικής διαδικασίας που θα παρέχει ευέλικτη μόρφωση που θα ανταποκρίνεται σε ένα εξίσου «ευέλικτο» και υπό διαρκή αλλαγή περιβάλλον της αγοράς εργασίας. Στη Λευκή Βίβλο γίνεται λόγος για ένα συνδυασμό γενικής μόρφωσης και εξειδικευμένης κατάρτισης με στόχο ο καθένας να « αναπτύξει την επάρκειά του για την απασχόληση και τη δραστηριότητα». Η όποια αναφορά βέβαια στο κείμενο για γενική μόρφωση και γνώση, σε καμία περίπτωση δεν γίνεται για να τονίσει την αξία της ως στοιχείου κατανόησης του φυσικού και κοινωνικού κόσμου, αλλά ως βασικής προϋπόθεσης για την κατάρτιση και την επανακατάρτιση. Η κατάρτιση και η επανακατάρτιση είναι ο σκοπός, και η γενική γνώση είναι το μέσο που οδηγεί στην καλύτερη πραγμάτωσή τους. Η γενική μόρφωση συνίσταται στην «εκμάθηση του πώς να μαθαίνουμε», με την έννοια της διαρκούς συλλογής και ανανέωσης καταρτίσεων. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται «Οι βασικές γνώσεις αποτελούν το υπόβαθρο πάνω στο οποίο οικοδομείται η προσωπική δεξιότητα απασχόλησης του καθενός[…] Στη βασική εκπαίδευση πρέπει να βρεθεί μια σωστή ισορροπία ανάμεσα στην απόκτηση γνώσεων και μεθοδολογικών ικανοτήτων που βοηθάνε το άτομο να μαθαίνει μόνο του […] μια πολυδύναμη κατάρτιση βασισμένη σε διευρυμένες γνώσεις που θα αναπτύσσει την αυτονομία και θα παρακινεί να ‘’μάθουμε να μαθαίνουμε’’ δια βίου».

Η «στροφή στην κατάρτιση» έχει μια σειρά από πλευρές: α) διεύρυνση των διαδικασιών που αναγνωρίζεται ότι παρέχουν κατάρτιση, που δεν θα περιορίζει την κατάρτιση στο επίσημο (τυπικό) εκπαιδευτικό σύστημα και στους τίτλους σπουδών. Το ζητούμενο είναι αφενός καταρτίσεις λιγότερο γενικές και περισσότερο ανταποκρινόμενες στις ανάγκες της αγοράς. (β) αναβάθμιση του ρόλου των επιχειρήσεων στη διαδικασία εκπαίδευσης-κατάρτισης. Σύμφωνα με τη Λευκή Βίβλο απαιτείται η συνεργασία εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων, κυρίως μέσα από τη διαδικασία της μαθητείας στις επιχειρήσεις και τίθεται ο στόχος της ανάπτυξης της μαθητείας σε ευρωπαϊκό επίπεδο. (γ) προκρίνεται η λογική της δια βίου κατάρτισης και της ανανέωσης των δεξιοτήτων, στο όνομα της προσαρμογής στο διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον της αγοράς εργασίας και τις απαιτήσεις του. (δ) η κατάρτιση πρέπει να νοηθεί σαν μια διαδικασία εξατομικευμένη. Το κάθε άτομο έχει την ευθύνη για την κατάρτισή του ενώ και το αποτέλεσμα της κατάρτισης είναι ένα ατομικό πλαίσιο προσόντων-δεξιοτήτων με βάση το οποίο εντάσσεται στην αγορά εργασίας.

Παράλληλα, ανοίγει το ζήτημα της αναζήτησης νέων μορφών χρηματοδότησης της εκπαίδευσης. Αποκαλυπτικό για την λογική που υπάρχει πίσω από αυτή την κατεύθυνση «ευελιξίας» και «αναζήτησης» και στο πεδίο της χρηματοδότησης είναι το αντίστοιχο «Λευκό Βιβλίο για την Ανάπτυξη, Ανταγωνιστικότητα, Απασχόληση»: …Οι ανάγκες σε εκπαίδευση, κατάρτιση, ασφάλεια κλπ, η ανάπτυξή τους δεν μπορεί να είναι δωρεάν και να στηρίζεται στη σιωπηρή χρηματοδότηση από το φορολογούμενο… Απαιτούν τη δημιουργία νέων βάσεων πληρωμής…’’payperuse’’( πλήρωσε για τη χρήση) . Η κατεύθυνση είναι η μετατροπή της εκπαίδευσης από δημόσιο αγαθό και κοινωνικό δικαίωμα σε υπηρεσία, στην οποία ο καθένας ατομικά έχει πρόσβαση ανάλογα με την οικονομική του δυνατότητα.

Τα παραπάνω συνθέτουν ένα βαθιά νεοφιλελεύθερο πλαίσιο, μέσα στις γενικές γραμμές του οποίου κινείται η πολιτική της Ε.Ε μέχρι και σήμερα: Η (τριτοβάθμια) εκπαίδευση υποτάσσεται με άμεσο τρόπο στις απαιτήσεις της αγοράς. Αποκόπτεται από το στόχο της παροχής γνώσης πάνω σε επιστημονικά αντικείμενα. Μετατρέπεται σε πάροχο δεξιοτήτων, δηλαδή πρακτικών και άμεσα αναλώσιμων επαγγελματικών εφοδίων, όπως αυτά καθορίζονται από την αγορά. Παράλληλα, οι όποιες δεξιότητες-προσόντα προορίζονται να απαξιώνονται άμεσα στο όνομα των τεχνολογικών-οικονομικών εξελίξεων, οδηγώντας σε μια δια βίου επιστροφή του ατόμου σε δομές-μηχανισμούς κατάρτισης προκειμένου να ανανεώνει τις δεξιότητές του για να βρίσκει θέση στην αγορά εργασίας. Εν τέλει, διαμορφώνεται μια «ευέλικτη» εκπαίδευση σε αντιστοιχία με την «ευέλικτη» αγορά εργασίας, που παρέχει και ανανεώνει δεξιότητες-προσόντα όχι σε εργαζόμενους αλλά σε απασχολήσιμους, σε άτομα που θα βρίσκονται σε ένα καθεστώς μεταβαλλόμενης απασχόλησης-ανεργίας-κατάρτισης.

2. Συνθήκη της Μπολόνια και Ενιαίος Χώρος Ανώτατης Εκπαίδευσης: η νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση στην πράξη

Η Συνθήκη της Μπολόνια που υπογράφηκε από τους Ευρωπαίους Υπουργούς Παιδείας το 1999, αποτελεί τη συγκεκριμένη εφαρμογή του πλαισίου της Ε.Ε για την εκπαίδευση. Είναι ένα σημείο-σταθμός καθώς ορίζει συγκεκριμένα μέτρα για τη διαδικασία της αναδιάρθρωσης, γύρω από την υλοποίηση των οποίων σχεδιάζουν και απολογίζουν την πολιτική τους οι χώρες της Ε.Ε μέχρι και σήμερα.

Περιληπτικά, η Συνθήκη θέτει το στόχο της διαμόρφωσης ενός Ενιαίου Ευρωπαϊκού Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης, δηλαδή ενός συστήματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με ενιαία χαρακτηριστικά σε όλες τις χώρες της Ε.Ε. Για την επίτευξη αυτού του στόχου τίθενται οι ακόλουθοι άξονες:

Υιοθέτηση ενός συστήματος τίτλων σπουδών που θα είναι ευκόλως αναγνώσιμοι και συγκρίσιμοι […] με στόχο την προώθηση της απασχολησιμότητας των Ευρωπαίων πολιτών.

Υιοθέτηση ενός συστήματος σπουδών που θα στηρίζεται βασικά σε δύο κύριους κύκλους σπουδών, ένα προπτυχιακό και ένα μεταπτυχιακό. Η πρόσβαση στο δεύτερο κύκλο θα προϋποθέτει την επιτυχή ολοκλήρωση των σπουδών του πρώτου κύκλου, οι οποίες θα διαρκούν τουλάχιστον τρία χρόνια. Ο τίτλος σπουδών που θα χορηγείται μετά τον πρώτο κύκλο σπουδών θα αναγνωρίζεται στην ευρωπαϊκή αγορά εργασίας ως ικανό επαγγελματικό προσόν. Ο δεύτερος κύκλος θα πρέπει να οδηγεί στο μεταπτυχιακό δίπλωμα (master) ή/και στο διδακτορικό.

Καθιέρωση ενός συστήματος διδακτικών μονάδων-ανάλογου με το Ευρωπαϊκό Σύστημα Μεταφοράς Διδακτικών Μονάδων (ECTS)- ως του πλέον κατάλληλου μέσου για την προώθηση της ευρύτερης δυνατής κινητικότητας των φοιτητών. Διδακτικές μονάδες μπορούν επίσης να συγκεντρώνονται και σε συστήματα εκπαίδευσης εκτός του πλαισίου της ανώτατης εκπαίδευσης, συμπεριλαμβανομένων και των συστημάτων δια βίου εκπαίδευσης

Προώθηση της κινητικότητας

Προώθηση της ευρωπαϊκής συνεργασίας στη διασφάλιση της ποιότητας, με στόχο την ανάπτυξη συγκρίσιμων κριτηρίων και μεθοδολογιών

Προώθηση των απαραίτητων ευρωπαϊκών διαστάσεων στην ανώτατη εκπαίδευση κατά κύριο λόγο σε σχέση με τα προγράμματα σπουδών, τη συνεργασία μεταξύ των ιδρυμάτων, τα σχήματα κινητικότητας και τα ολοκληρωμένα προγράμματα σπουδών και άσκησης, κατάρτισης- επιμόρφωσης και έρευνας.

Προωθείται το σύστημα των δύο κύκλων σπουδών με τον πρώτο να έχει 3ετή διάρκεια. Η χρονική μείωση του προπτυχιακού επιπέδου δεν είναι τυχαία. Αντιστοιχεί σε μια μείωση και του γνωστικού περιεχομένου και των επαγγελματικών δικαιωμάτων. Ένας σύντομος, «απλούστερος», λιγότερο δαπανηρός για το κράτος, προπτυχιακός κύκλος (bachelor) που θα παρέχει μια αρχική κατάρτιση, ικανοποιητική για την εξασφάλιση μιας πρώτης απασχόλησης, σύμφωνα πάντα με τη λογική της «ευέλικτης» εκπαίδευσης που παρέχει σε δεξιότητες τόσα όσα αποτελούν τις άμεσες ανάγκες της αγοράς. Ένας κύκλος που ουσιαστικά παράγει μαζικά ένα δυναμικό αποφοίτων χωρίς ολοκληρωμένες επιστημονικές γνώσεις, μισοειδικευμένο που αποτελεί μια στρατιά «απασχολήσιμων» και χωρίς δικαιώματα νέων εργαζομένων. Μια πιο ολοκληρωμένη εκπαίδευση και «λιγότερο αναλώσιμη» σαν προσόν στην αγορά εργασίας, παρέχεται από τον μεταπτυχιακό τίτλο (master) για την πρόσβαση στον οποίο (συνήθως) απαιτούνται δίδακτρα, οδηγώντας τόσο στην εμπορευματοποίηση όσο και στη δημιουργία «φίλτρων» αποκλεισμού για όσους δεν έχουν να πληρώσουν και εξωθούνται στο κυνήγι προσόντων μέσω σεμιναρίων, πιστοποιήσεων, προγραμμάτων κατάρτισης.

Μια παρεμφερής εκδοχή, χωρίς φαινομενικά να θίγεται η χρονική διάρκεια της 4ετούς φοίτησης, είναι η εισαγωγή κατευθύνσεων στο προπτυχιακό επίπεδο και η απόκτηση πτυχίου με βάση αυτές. Η υπερεξειδίκευση είναι μια παραλλαγή της αποειδίκευσης ενός πιο σύντομου κύκλου σπουδών, καθώς και οι δυο καταλήγουν στην «ανάγκη» για επανακατάρτιση. Η διάσπαση των πτυχίων μέσω αυτού του τρόπου δοκιμάζεται σε χώρες όπως η Ελλάδα, που ο προπτυχιακός κύκλος παραμένει 4ετής.

Με το σύστημα των διδακτικών-πιστωτικών μονάδων (ECTS) προωθείται η κατεύθυνση της εξατομίκευσης της εκπαίδευσης/ κατάρτισης αλλά και της αναγνώρισης-νομιμοποίησης των διαφόρων δομών κατάρτισης, ιδιαίτερα των ιδιωτικών. Όλες οι διαδικασίες εκπαίδευσης, που σύμφωνα με την πολιτική της «ευελιξίας» περιλαμβάνουν από την πανεπιστημιακή εκπαίδευση μέχρι δομές κατάρτισης και δια βίου μάθησης, σεμινάρια κλπ., γίνονται μετρήσιμες σε πιστωτικές μονάδες. Ο καθένας μέσα από την «περιπλάνησή» του στις διάφορες εκπαιδευτικές δομές, συσσωρεύει πιστωτικές μονάδες που συνθέτουν τον ατομικό φάκελο προσόντων του, με βάση τον οποίο αναζητά μια θέση στην αγορά εργασίας. Το αποτέλεσμα είναι ένα πολυκατακερματισμένο δυναμικό εργαζομένων, με τα επαγγελματικά δικαιώματα του καθενός να είναι έκφραση του ατομικού φακέλου προσόντων του, χωρίς καμία συλλογική κατοχύρωση.

Ο κατακερματισμός των εργαζομένων και των δικαιωμάτων τους, προωθείται και μέσω της συγκρισιμότητας των τίτλων σπουδών με τη διαμόρφωση ενός συστήματος κατηγοριοποίησης, του Πλαισίου Προσόντων. Υπάρχει το Ευρωπαϊκό Πλαίσιο Προσόντων και Εθνικά Πλαίσια που αντιστοιχίζονται με αυτό. Οι διάφοροι τίτλοι σπουδών/κατάρτισης τοποθετούνται σε βαθμίδες ανάλογα με τη βαρύτητα που έχουν σαν προσόν για την αγορά εργασίας. Σε συνδυασμό με την «απελευθέρωση» του χώρου της εκπαίδευσης, με τη δημιουργία των διαφόρων δομών και διαδικασιών κατάρτισης και την επικαλυπτόμενη λειτουργία τους με την τυπική τριτοβάθμια εκπαίδευση (δηλαδή πάνω στο ίδιο αντικείμενο να υπάρχουν και σπουδές πανεπιστημιακές και προγράμματα κατάρτισης κλπ.) , οδηγεί σε αποφοίτους πολλών κατηγοριών και αντίστοιχα σε εργαζόμενους πολλών κατηγοριών και δικαιωμάτων, με την τάση βέβαια να είναι η συμπίεση δικαιωμάτων προς τα κάτω.

Η διασφάλιση της ποιότητας μέσω μηχανισμών αξιολόγησης, είναι το όχημα για την περαιτέρω υποταγή της εκπαίδευσης στο πνεύμα της αγοράς και την εμπορευματοποίηση της λειτουργίας της. Η ποιότητα όπως την ευαγγελίζεται η ευρωπαϊκή πολιτική δεν σχετίζεται με κάποιο γνωστικό/ακαδημαϊκό κριτήριο αλλά ταυτίζεται με την ανταγωνιστικότητα. Η «ποιότητα» γίνεται μετρήσιμοι δείκτες και μεγέθη, που αφορούν τα προγράμματα σπουδών και αν έχουν άμεση ανταπόκριση στις απαιτήσεις της αγοράς εργασίας με βάση τις υποδείξεις των εργοδοτών (βαθμός ικανοποίησης από τους απασχολούμενους αποφοίτους, γνώμη για τους προσερχόμενους για εύρεση εργασίας αποφοίτους κλπ), την αναλογία φοιτητών-καθηγητών, το μέσο χρόνο αποφοίτησης και τους «λιμνάζοντες-αιώνιους» φοιτητές, αν τα προγράμματα έρευνας έχουν αντικείμενο που προσελκύει την ιδιωτική χρηματοδότηση (δηλαδή ανταποδοτικό με όρους κέρδους), αν συνολικά ένα πανεπιστημιακό ίδρυμα εμφανίζει έσοδα πέρα από την κρατική χρηματοδότηση. Η αξιολόγηση και η σύνδεσή της με την χρηματοδότηση των ιδρυμάτων (όπως συμβαίνει ήδη με χρηματοδότηση προερχόμενη από ευρωπαϊκά προγράμματα), είναι το μέσο για την προσαρμογή στις απαιτήσεις της αγοράς και για την προώθηση της εμπορευματοποίησης. Εμπορευματοποίηση κυρίως έμμεση (δίδακτρα, ιδιωτική χρηματοδότηση ή συγχρηματοδότηση σε τυπικά δημόσιες δομές/διαδικασίες κλπ) αλλά και άμεση (εκχώρηση πεδίων της εκπαίδευσης/έρευνας στο ιδιωτικό κεφάλαιο).

……………………….

3. Η ευρωπαϊκή πολιτική μέσω της διαδικασίας της Μπολόνια πλέον είναι εν πολλοίς ολοκληρωμένη, με την έννοια ότι στα επιμέρους κράτη (συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας) έχει νομοθετηθεί το μεγαλύτερο μέρος των αξόνων που προέβλεπε η Διακήρυξη του 1999. Από αυτή την άποψη έχει διαμορφωθεί σε μεγάλο βαθμό ο Ενιαίος Χώρος Ανώτατης Εκπαίδευσης. Η πολιτική της Ε.Ε εστιάζει στο να βαθύνουν οι αναδιαρθρώσεις που έχουν θεσμοθετηθεί, δίνοντας βάρος σε μια πιο πλήρη εφαρμογή του συστήματος των διδακτικών μονάδων και των Πλαισίων Προσόντων, της αναγνώρισης και κατάταξης των διαφόρων διαδικασιών εκπαίδευσης και κατάρτισης.

Παράλληλα, δύο ζητήματα εμφανίζονται στο επίκεντρο της πολιτικής της Ε.Ε: Το πρώτο αφορά το ζήτημα της χρηματοδότησης. Στο όνομα και της κρίσης, των δημοσιονομικών περιορισμών και της συρρίκνωσης της δημόσιας χρηματοδότησης στην εκπαίδευση, τίθεται με μεγαλύτερη ένταση η κατεύθυνση για «εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης», δηλαδή για ιδιωτικά κεφάλαια. Και επειδή τα πανεπιστήμια πρέπει να προσελκύσουν την ιδιωτική χρηματοδότηση, τα «εργαλεία» που προτείνονται είναι η μεγαλύτερη αυτονομία των ιδρυμάτων για την εξασφάλιση της αποδοτικότητάς τους. Εν ολίγοις, πανεπιστήμια «ελεύθερα να καθορίζουν τις δομές και τις στρατηγικές τους και να διαφοροποιούνται από τους ανταγωνιστές τους (= τα άλλα πανεπιστήμιαπροκειμένου να κρίνονται αποδοτικά με όρους αγοράς, για να αυξάνουν τα ιδιωτικά τους έσοδα.

Το δεύτερο την αναβάθμιση της συμμετοχής των επιχειρήσεων στην εκπαίδευση. Για την Ε.Ε υπάρχει ένα τρίγωνο γνώσης αποτελούμενο από την τριτοβάθμια εκπαίδευση, την έρευνα και τις επιχειρήσεις και το ζητούμενο είναι η ενεργοποίησή του, μέσω της σύμπραξης ιδρυμάτων και επιχειρήσεων. Μάλιστα όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται χρειάζεται «η ενθάρρυνση της σύμπραξης και συνεργασίας με τις επιχειρήσεις ως βασική δραστηριότητα των ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης». Πλευρές αυτής της δραστηριότητας: ενθάρρυνση των επιχειρηματικών δεξιοτήτων στους κύκλους σπουδών, αξιοποίηση της έρευνας για εμπορεύσιμα προϊόντα και υπηρεσίες, πολύμορφες συμπράξεις/συνεργασίες ιδρυμάτων και επιχειρήσεων κλπ. Με άλλα λόγια ένταση της προσαρμογής των πανεπιστημίων στις ανάγκες της αγοράς.

4. Η πάλη για δημόσια και δωρεάν εκπαίδευση αναγκαστικά αφορά και τη σύγκρουση με το πλαίσιο που θέτει η Ε.Ε. Είναι αναγκαία η αντίσταση απέναντι στα συγκεκριμένα μέτρα που υλοποιούν την πολιτική της Ε.Ε στην εκπαίδευση ( π.χ εισαγωγή κατευθύνσεων στα πτυχία, αξιολόγηση, δίδακτρα κλπ) και στην εφαρμογή τους. Κυρίως όμως είναι αναγκαία η αμφισβήτηση του ιδεολογικού πλαισίου της πολιτικής της. Της προσαρμογής της εκπαίδευσης στο πνεύμα και τις επιταγές της αγοράς, τη λειτουργία με όρους ανταγωνισμού και ανταποδοτικότητας, τη μετατροπή της σε υπηρεσία/εμπόρευμα που εξασφαλίζεται ατομικά και με βάση τη δυνατότητά του να πληρώνει, την «αποτίμησή» της σε προσόντα και το κυνήγι για την εξασφάλισή τους με πτυχία, μεταπτυχιακά, σεμινάρια, δια βίου μάθηση κλπ, την αντίληψη ότι η εργασία και η ανεργία συνδέονται με μια ατομική ευθύνη συλλογής/ανανέωσης προσόντων και όχι με τον καπιταλισμό σαν σύστημα και τις πολιτικές που ακολουθούνται.

- Επιστημονική μόρφωση και όχι «κατάρτιση και ευελιξία»

- Έξω από το σύστημα της Μπολόνια

- Αποχώρηση των ελληνικών ιδρυμάτων από τον Ενιαίο Χώρο Ανώτατης Εκπαίδευσης

Β. Πολιτική των ελληνικών κυβερνήσεων για την εκπαίδευση

Το άρθρο 16

Το 2006-2007 επιχειρήθηκε να προχωρήσει η αναδιάρθρωση της ελληνικής εκπαίδευσης με μια ευθεία επίθεση στο δημόσιο και δωρεάν χαρακτήρα της, μέσα από την προσπάθεια για αναθεώρηση του άρθρου 16 που θα έδινε τη δυνατότητα ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων ισότιμων με τα δημόσια.

Το μαζικό φοιτητικό κίνημα που ξέσπασε, μπλόκαρε το σχεδιασμό της αναθεώρησης, αποδεικνύοντας ταυτόχρονα την αποτελεσματικότητα του στο να δίνει και να κερδίζει μάχες απέναντι στην πολιτική Ε.Ε και κυβερνήσεων, αποτελεσματικότητα που από τότε βέβαια ψάχνει.

Η οικονομική κρίση και η ένταξη στα μνημόνια από το 2010, οδήγησαν και σε μια νέα φάση την κυβερνητική πολιτική στο χώρο της εκπαίδευσης. Ουσιαστικά μιλάμε για ένα συνδυασμό προώθησης των αναδιαρθρώσεων που ορίζουν οι κατευθύνσεις της Ε.Ε με την υποχρηματοδότηση στο πλαίσιο της «δημοσιονομικής προσαρμογής», δηλαδή των περικοπών σε καθετί δημόσιο και ιδιαίτερα σε υγεία και παιδεία.

Νόμος Διαμαντοπούλου- σταθμός στην υλοποίηση της Μπολόνια

  1. Βασικό σημείο η νέα διάρθρωση των σπουδών. Οι σπουδές στην ανώτατη εκπαίδευση «πέφτουν» στα 3 έτη και οργανώνονται στους τρεις κύκλους του ευρωπαϊκού χώρου ανώτατης εκπαίδευσης, ενώ εισάγεται και το σύστημα των πιστωτικών μονάδων. Ο πρώτος κύκλος συνίσταται στην παρακολούθηση ενός προγράμματος σπουδών και περιλαμβάνει μαθήματα που αντιστοιχούν κατ' ελάχιστον σε 180 ακαδημαϊκές μονάδες (α.μ.). Ένα έτος αντιστοιχεί τουλάχιστον σε 60 α.μ. Ένα ίδρυμα μπορεί να οργανώνει και προγράμματα σύντομου κύκλου σπουδών, ως μέρος του πρώτου κύκλου σπουδών ή συνδεδεμένα με αυτόν, που αντιστοιχούν κατ' ελάχιστο σε 60 και κατά ανώτατο όριο σε 120 α.μ. και οδηγούν στην απονομή διπλώματος σύντομου κύκλου. Ο δεύτερος κύκλος συνίσταται στην παρακολούθηση προγράμματος μεταπτυχιακών σπουδών και περιλαμβάνει μαθήματα που αντιστοιχούν κατ' ελάχιστο σε 60 και κατά μέγιστο σε 120 α.μ. Ο τρίτος κύκλος είναι οι διδακτορικές σπουδές. Μπορεί να περιλαμβάνει μαθήματα που αντιστοιχούν κατ' ελάχιστο σε 60 και κατά μέγιστο σε 120 α.μ. καθώς και την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής.
  2. Οι διαδικασίες αξιολόγησης της ποιότητας που είχαν εισαχθεί από το 2005 ενισχύονται. Από συμβουλευτικές για τα ιδρύματα και τις διοικήσεις τους, οι διαδικασίες αξιολόγησης μετατρέπονται σε διαδικασίες πιστοποίησης. Για το λόγο αυτό, διευρύνονται οι αρμοδιότητες της Μονάδας Διασφάλισης της Ποιότητας (ΜΟΔΙΠ) κάθε ιδρύματος ώστε να αποτελέσει το όργανο της διοίκησης κάθε ιδρύματος που σχεδιάζει, αναπτύσσει και συντονίζει τις εσωτερικές διαδικασίες διασφάλισης της ποιότητας του ιδρύματος και υποστηρίζει τις διαδικασίες εξωτερικής πιστοποίησης. Η ανεξάρτητη Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας (ΑΔΙΠ) που θεσμοθετήθηκε το 2005 μετεξελίσσεται και αναλαμβάνει την αρμοδιότητα για την πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών και των εσωτερικών συστημάτων διασφάλισης της ποιότητας των ιδρυμάτων.
  3. Για τη βελτίωση της απόδοσης των ιδρυμάτων και την εισαγωγή κινήτρων στη λειτουργία τους, η δημόσια χρηματοδότηση κατανέμεται στα ιδρύματα με βάση αντικειμενικά κριτήρια και δείκτες και διακρίνεται σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος κατανέμεται στα ιδρύματα με βάση τον αριθμό των ενεργών φοιτητών που εγγράφονται σε αυτό και το κόστος σπουδών ανά φοιτητή. Το υπόλοιπο κατανέμεται στα ιδρύματα με βάση τους δείκτες ποιότητας και επιτευγμάτων και σύμφωνα με τον βαθμό επίτευξης των στόχων που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ της πολιτείας και των ιδρυμάτων. Κάθε ίδρυμα επιλέγει τους δείκτες ποιότητας και επιτευγμάτων με βάση τους οποίους επιθυμεί να αξιολογηθεί, ώστε, παράλληλα με τη βελτίωση της απόδοσης και της αποτελεσματικότητας διασφαλίζεται η δυνατότητα των ιδρυμάτων να διαφοροποιούν τη στρατηγική ανάπτυξής τους.
  4. Ένα Νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ) σε κάθε ΑΕΙ. Για την ενίσχυση της διοικητικής ευελιξίας, σε κάθε ΑΕΙ ιδρύεται με ΠΔ ειδικό νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου υπό την εποπτεία του Συμβουλίου του ιδρύματος. Πρόεδρος του ΝΠΙΔ ορίζεται ένας εκ των Αναπληρωτών Πρυτάνεων/Προέδρων, επιλογής του Πρυτάνεως/Προέδρου. Το ΝΠΙΔ του ιδρύματος διαχειρίζεται και αξιοποιεί τους πόρους των ερευνητικών και αναπτυξιακών προγραμμάτων και της κινητής και ακίνητης περιουσίας τους και την αξιοποίηση των αποτελεσμάτων της έρευνάς τους. Για την καλύτερη αξιοποίηση, τη βελτίωση της απόδοσης και της ποιότητας των υπηρεσιών δύναται να ανατίθενται στο ΝΠΙΔ και υπηρεσίες προς φοιτητές (φοιτητικές εστίες, εστιατόρια, κυλικεία, κλπ.). Παραμένουν οι τετραετείς προγραμματισμοί των Ιδρυμάτων. Χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα είναι ο ΙΝΕΔΙΒΙΜ.
  5. Καθιέρωση του ν+2 ως ορίου φοίτησης και των διαγραφών των «αιώνιων» φοιτητών, μέτρα που αφενός αφορούσαν την πειθάρχηση του φοιτητικού σώματος μέσα από την εντατικοποίηση των σπουδών, αφετέρου την προσαρμογή στα όσα ορίζουν τα ευρωπαϊκά και διεθνή πρότυπα ανταγωνιστικότητας των ιδρυμάτων (αναλογία καθηγητών-φοιτητών, μέσος χρόνος αποφοίτησης).

Η κατάργηση του μέτρου της διαγραφής φοιτητών μαζί με την κατάργηση των Συμβουλίων Ιδρύματος, ήταν και το σημείο όπου η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ εξάντλησε την όποια «αριστερή» πολιτική της για την εκπαίδευση με το ν/σ Μπαλτά.

Εξωτερική αξιολόγηση: Κριτήριο αξιολόγησης οι ανάγκες της αγοράς

Ο όρος αξιολόγηση δεν είναι εξ ορισμού κάτι αρνητικό. Καθορίζεται όμως από το ερώτημα «πώς, από ποιόν και για ποιόν». Η αξιολόγηση που προβλέπεται από τον νόμο Διαμαντοπούλου και τον ΟΟΣΑ δεν αφορά μία υγιή διαδικασία με συμμετοχή του δυναμικού της ακαδημαϊκής κοινότητας από τους φοιτητές μέχρι τους καθηγητές που αποσκοπεί στη βελτίωση της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Πρόκειται για την συγκρισιμότητα των εκπαιδευτικών συστημάτων και την αναγνώριση των αποδοτικών στην έρευνα προς όφελος των επιχειρήσεων. Διεξάγεται από εξωτερικούς «ειδικούς εμπειρογνώμονες που με μοναδικό κριτήριο το εάν ένας επιστημονικός κλάδος είναι χρήσιμος για την αγορά εργασίας και παράγει έρευνα για τις επιχειρήσεις θα καθορίζουν την χρηματοδότηση του πανεπιστημίου. Αυτό αναπόφευκτα θα δώσει την χαριστική βολή στις ανθρωπιστικές επιστήμες ως μη αποδοτικές αλλά και σε κλάδους θετικών επιστημών που δεν είναι πια χρήσιμοι για την αγορά εργασίας. Θα δούμε σχολές να κλείνουν/συγχωνεύονται λόγω της οικονομικής αφαίμαξης ή να αναζητούν πόρους από ιδιώτες, εργαστήρια να θεωρούνται άχρηστα και επομένως μαθήματα να καταργούνται κτλ.

Η έρευνα για τις ανάγκες των επιχειρήσεων και όχι της κοινωνίας και της νεολαίας (νόμος Αρβανιτόπουλου και Φίλη)

Η έρευνα είναι αναγκαία συνθήκη για την ανάπτυξη της επιστήμης, της οικονομίας και της κοινωνίας συνολικά. Ποια συμφέροντα όμως θα εξυπηρετεί η έρευνα στην τριτοβάθμια εκπαίδευση; Ο νόμος Φίλη στο κομμάτι της έρευνας υιοθετούσε πλήρως τη γκάμα διατάξεων του ν. Αρβανιτόπουλου επί Κυβέρνησης Σαμαρά και τις επιταγές του ΟΟΣΑ. Βασικό στοιχείο της έρευνας είναι η ενίσχυση της εμπορευματοποίησης της και η λειτουργία της με όρους επιχειρηματικής μονάδας. Η παραγόμενη ακαδημαϊκή έρευνα όμως μπορεί να μεταφέρει πιο εύκολα τα αποτελέσματά της στην αγορά προκειμένου να την αξιοποιήσει για την κερδοφορία της, όταν γίνεται πεδίο επεξεργασίας της ίδιας της αγοράς. Επομένως ο δημόσιος χαρακτήρας αποσύρεται με γοργούς ρυθμούς και από την έρευνα, που περνά και αυτή στα χέρια ερευνητών με προσόντα στην προσέλκυση κεφαλαίου. Δίνεται ώθηση στην συνεργασία της ακαδημαϊκής εκπαίδευσης με επιχειρηματικές και βιομηχανικές μονάδες, χτίζεται ένα δίκτυο διαμορφωμένων περιοχών, που δημιουργούνται με σκοπό: την ενίσχυση των δεσμών των ακαδημαϊκών, ερευνητικών και τεχνολογικών φορέων με τις επιχειρήσεις και τους λοιπούς φορείς. Η αποδέσμευση ερευνητικών φορέων από την Ενιαία Αρχή Πληρωμών τους οδηγεί αναπόφευκτα στην αναζήτηση πόρων, εξωθώντας τους έτσι στην ανάπτυξη συμπράξεων με επιχειρηματικούς φορείς. Είναι ξεκάθαρο ότι πρόκειται για την έρευνα εκείνη που θα γίνεται προς όφελος της άρχουσας τάξης και των αναγκών του κεφαλαίου. Όταν η γνώση και η πρόοδος της υποτάσσεται στο σύστημα του κέρδους και του ανταγωνισμού χάνει την αυτοτέλεια της, την υγιή εξέλιξη της, γίνεται αντικείμενο και αυτοσκοπός ελέγχου της οικονομίας, γεννά επιστήμονες μηχανές χρήσιμους για την κερδοσκοπία των λίγων, και όχι ανθρώπους που η επιστήμη τους θα εξυπηρετεί τον άνθρωπο.

Ένα συμπέρασμα, που μπορούμε ασφαλώς να εξάγουμε, είναι ότι oι κρίσεις του κεφαλαίου αντιμετωπίζονται ως μια «επενδυτική ευκαιρία» και για τον χώρο της εκπαίδευσης, καθώς το κράτος μειώνει τις δαπάνες και προχωράει σε εκτεταμένες αναδιαρθρώσεις με σκοπό την εμπορευματοποίηση. Από το 2009 έως και το 2013 η χρηματοδότηση στην ΕΕ των 28 κρατών-μελών μειώθηκε από 5,3% σε 5,05%. Η μείωση αυτή ήταν πιο μεγάλη στις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας (ακόμα πιο μεγάλη αν συνυπολογίσουμε και τη μείωση του ΑΕΠ σε απόλυτους αριθμούς σε Ελλάδα, Πορτογαλία, Ισπανία, Κύπρο, Ιρλανδία), ενώ σε χώρες όπως η Γερμανία, η Γαλλία, το Βέλγιο ή στις Σκανδιναβικές χώρες παρατηρείται διατήρηση ή και αύξηση της χρηματοδότησης μαζί με τη διατήρηση ή και την ραγδαία αύξηση (πχ στη Γερμανία) του ΑΕΠ.

Προγράμματα σπουδών-διαβατήρια για την ανεργία, τη μετανάστευση και την επισφαλή εργασία (για τα ects)

Η ανταγωνιστική αγορά, με την ανεργία των νέων σε πρωτοφανή επίπεδα και την οικονομική κρίση να συνεχίζεται, έχει ανάγκη μία άλλη μορφή επιστημόνων και εργαζομένων. Άξονας των αλλαγών, όπως έχουν ήδη προωθηθεί σε πολλά τμήματα της χώρας είναι η δημιουργία προγραμμάτων σπουδών στηριγμένα στην υπερεξειδίκευση και την επανακατάρτιση εφ όρου ζωής, στη διάλυση και διάσπαση των πτυχίων, στην εντατικοποίηση των σπουδών, σε ατομικούς φακέλους προσόντων. Τα στοιχεία αυτά δεν έχουν καμία σχέση με ένα δυνατό πτυχίο που θα σου εξασφαλίσει δικαιώματα και μία θέση εργασίας. Στην πραγματικότητα η υπερεξειδίκευση μας εφοδιάζει με ένα πτυχίο μιας χρήσης μπροστά στην μεταβολή των αναγκών της αγοράς. Αναπόδραστα τα πανεπιστήμια θα βγάζουν στρατιές ανέργων ή ευέλικτων εργαζομένων που θα αναγκάζονται σε συνεχή επανακατάρτιση μέσα από κοστοβόρα μεταπτυχιακά και σεμινάρια προκειμένου να μπορέσουν να διατηρήσουν ή να εξασφαλίσουν μια θέση εργασίας. Σ’ αυτήν την λογική κινείται και η διάταξη του ν. Διαμαντοπούλου για την διάρθρωση των σπουδών σε κύκλους και το σύστημα των πιστωτικών μονάδων.

Ίδιο τροπάρι και από τον Γαβρόγλου (ν. Γαβρόγλου)

  • Διάσπαση πτυχίων: Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ο Υπουργός Γαβρόγλου προωθούν και αυτοί τις πάγιες πολιτικές της Ε.Ε. και του ΟΟΣΑ. Ο νέος ν. Γαβρόγλου αναγωρίζει τα 5 ετή προγράμματα σπουδών ως master. Κάτι τέτοιο μπορεί να φαντάζει θετικό πχ. για τους φοιτητές των Πολυτεχνείων, ωστόσο προωθεί δια της πλαγίου την διάσπαση των πτυχίων σε bachelor και master.
  • Προϊόντα και υπηρεσίες εκπαίδευσης: Σε άμεση συνάρτηση με την διάσπαση των πτυχίων βρίσκεται η θεσμοθέτηση προϊόντων και υπηρεσιών εκπαίδευσης που θα παρέχονται από τα πανεπιστήμια επί πληρωμή. Συγκεκριμένα προβλέπονται προγράμματα που θα παρέχουν πιστοποιητικά μη τυπικής εκπαίδευσης από Κέντρα Επιμόρφωσης και Δια Βίου Μάθησης του κάθε πανεπιστημίου και διετή προγράμματα επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης για αποφοίτους ΕΠΑ.Λ. Ειδικά για τα πρώτα, ο νόμος είναι ξεκάθαρος για το πώς θα χρηματοδοτούνται: α) χρηματοδοτήσεις από επιχειρησιακά ή άλλα προγράμματα που συγχρηματοδοτούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, β) χρηματοδοτήσεις από φορείς του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα και από την Ευρωπαϊκή Ένωση και άλλους διεθνείς οργανισμούς, καθώς και δωρεές και χορηγίες προς το Κέντρο, γ) έσοδα από εκπαιδευόμενους, σε περίπτωση που το πρόγραμμα δεν χρηματοδοτείται σύμφωνα με τις περιπτώσεις α’ και β΄, δ) έσοδα από την ανάπτυξη, παραγωγή και αξιοποίηση εκπαιδευτικού και άλλου υλικού, από την εκπόνηση μελετών, από την παροχή υπηρεσιών και από την εκτέλεση επιμορφωτικών έργων που αφορούν στην δια βίου μάθηση […].
  • Σύνδεση πανεπιστημίου-αγοράς: Ο ν. Γαβρόγλου αυτό το επιτυγχάνει με την ίδρυση των Περιφερειακών Συμβουλιών Ανώτατης Εκπαίδευσης. Τα ΠΣΑΕ στην ουσία θα αντικαταστήσουν τα Συμβούλια Ιδρύματος (που προβλέφθηκαν πρώτη φορά με τον ν. Διαμαντοπούλου). Η εισαγωγή των ΠΣΑΕ που θα συμμετέχουν τοπικοί φορείς και επιχειρηματίες στόχο έχουν την σύνδεση ακόμα περισσότερο του πανεπιστημίου με την αγορά. Η κατεύθυνση είναι ένα πανεπιστήμιο της αγοράς που θα προσελκύει χρηματοδότηση, θα αξιολογείται, θα αναπτύσσεται ή θα συρρικνώνεται με κριτήριο την αγοραία αποδοτικότητα του. Συγκεκριμένα σύμφωνα με τον νόμο: Τα Περιφερειακά αυτά Συμβούλια με βάση συγκεκριμένες προτάσεις, και με σύμφωνη γνώμη των Ιδρυμάτων της κάθε περιφερείας, θα διεκδικούν χρηματοδοτήσεις και από πήγες διαφορετικές του κρατικού προϋπολογισμού (ΠΕΠ), αλλά και διεθνείς φορείς, όπως για παράδειγμα η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων. Τα μέλη τους θα εκπροσωπούν τα Πανεπιστήμια, ΤΕΙ και Ερευνητικά Κέντρα ανά Περιφέρεια και θα αναδεικνύονται με εκλογικές διαδικασίες των φορέων στις όποιες θα δύνανται να μετέχουν υποψήφιοι από την Ελλάδα και το εξωτερικό χωρίς ποσόστωση.

Γ. Για την υποχρηματοδότηση της Τριτοβάθμιας εκπαίδευσης

Τα τελευταία 7 χρόνια η επιβολή των μνημονίων από τις μνημονιακές κυβερνήσεις, την Ε.Ε. και το Δ.Ν.Τ. είχε ως συνέπεια να διαμορφωθεί μια νέα κατάσταση στην κοινωνία και την χώρα. Αύξηση της ανεργίας, κόψιμο κοινωνικών παροχών και γκρέμισμα δικαιωμάτων είναι τα βασικά χαρακτηριστικά της περιόδου. Μεγάλο θύμα των μνημονιακών πολιτικών ήταν η Τριτοβάθμια εκπαίδευση. Στον βωμό της αποπληρωμής του χρέους, η μείωση της κρατικής χρηματοδότησης των Πανεπιστημίων έφτασε στο 80%. Η μείωση αυτή σε συνδυασμό με το κούρεμα των αποθεματικών των Ιδρυμάτων με το PSI που οδήγησε στην απώλεια 200 εκατομμυρίων ευρώ, ναρκοθέτησαν και υποβάθμισαν τον δημόσιο και δωρεάν χαρακτήρα της εκπαίδευσης.

Χαρακτηριστικά με βάση τα στοιχεία του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους:

Την περίοδο 2005-2009 παρατηρείται αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης. Από τα 971,4 εκ. το 2005 σε 1.305,8 εκ. το 2009 (περίοδος προ των μνημονίων). Η εφαρμογή των μνημονίων αποτέλεσε τομή. Από τα 1.305,8 εκ. το 2009 έφτασε στα 969,9 εκ. το 2013.

Ερώτημα 1ο: Γιατί δεν πέφτουν λεφτά για την παιδεία; Που πηγαίνουν τα λεφτά των φορολογουμένων και των «πακέτων διάσωσης» της Ελλάδας; Όπως βλέπουμε και στο διπλανό γράφημα, το 81% των χρημάτων που πήρε η χώρα μας από το πρώτο «πακέτο διάσωσης» δαπανήθηκαν για την εξυπηρέτηση των δανειακών υποχρεώσεων και των τραπεζών. Εν ολίγοις: Λεφτά όχι για τις ανάγκες μας αλλά για τις ανάγκες των δανειστών!

Ερώτημα 2ο: Γιατί ενώ υπάρχει αύξηση της δημόσιας δαπάνης για την παιδεία την διετία 2016-2018 (2,8% του ΑΕΠ) βλέπουμε πως τα περισσότερα Ιδρύματα είναι υπό κατάρρευση με αποκορύφωμα τα έντονα προβλήματα που προέκυψαν πέρυσι με την αναστολή διανομής συγγραμμάτων, την σίτιση και την στέγαση των φοιτητών; Η απάντηση είναι διπλή. Από την μία, κατόπιν συνεχών μειώσεων την 6ετία 2009-2015 φαίνονται πλέον ξεκάθαρα οι συνέπειες της υποχρηματοδότησης και από την άλλη, η συμφωνία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και των δανειστών για πρωτογενές πλεόνασμα της τάξης του 3,5% σημαίνει περαιτέρω κόψιμο των κοινωνικών παροχών και, συνεπώς, και των φοιτητικών παροχών όπως τα συγγράμματα, οι λέσχες και οι εστίες.

Ποιες οι συνέπειες της υποχρηματοδότησης στο Πανεπιστήμιο και τους φοιτητές;

  • Τα αμφιθέατρα γεμάτα…τα πανεπιστήμια χωρίς καθηγητές: Σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείου Παιδείας κατά την πενταετία του 2010-2015 το διδακτικό προσωπικό των πανεπιστημίων μειώθηκε κατά 40,3%, από 24.636 το 2010 σε 14.686 το 2015, την ίδια ώρα που οι φοιτητές αυξήθηκαν σημαντικά: οι προπτυχιακοί φοιτητές από 262.753 το 2009-2010 σε 279.871 το 2014-2015. Αποτέλεσμα είναι η αναλογία φοιτητών προς καθηγητές στα πανεπιστήμια από 8,58% που ήταν το 2010 να τριπλασιαστεί στο 24,01% το 2015. Με βάση τον γενικό κανόνα στα χρόνια των μνημονίων ότι για κάθε 5 αποχωρήσεις καθηγητών (πχ λόγω συνταξιοδότησης) θα γίνεται μια πρόσληψη γίνεται αντιληπτό ότι οι μειώσεις προσωπικού συνεχίζονται με μαθηματική ακρίβεια. Άμεση συνέπεια για τους καθηγητές, ο αυξημένος φόρτος εργασίας. Άμεση συνέπεια για τους φοιτητές το στοίβαγμα τους στις αίθουσες (που συνεπάγεται κακή ποιότητα διδασκαλίας) και η κατάργηση επαναληπτικών μαθημάτων και εξεταστικών (καθώς δεν υπάρχουν καθηγητές για να διδάξουν και να εξετάσουν) με αποτέλεσμα οι σπουδές να γίνονται πιο εντατικές.
  • Μείωση εισακτέων: Πριν 1 χρόνο οι διοικήσεις των Ιδρυμάτων απέστειλαν προτάσεις στο Υπουργείο Παιδείας για δραστικές περικοπές στον αριθμό των εισακτέων λόγω της υποχρηματοδότησης, του μεγάλου αριθμού συνταξιοδοτήσεων διδακτικού προσωπικού που δεν αναπληρώθηκαν πάλι λόγω υποχρηματοδότησης και της έλλειψης υποδομών.
  • Δίδακτρα στα μεταπτυχιακά: Ο νέος ν. Γαβρόγλου για την παιδεία θεσμοθετεί δίδακτρα για όλα τα μεταπτυχιακά προγράμματα. Συγκεκριμένα αναφέρει «Με την απόφαση ίδρυσης καθορίζονται...τα τυχόν τέλη φοίτησης», ενώ παρακάτω ότι «Σε αιτιολογημένες περιπτώσεις, κατά τις οποίες τα λειτουργικά έξοδα ενός Π.Μ.Σ. δεν καλύπτονται…μέρος των λειτουργικών του εξόδων μπορεί να καλύπτεται από τέλη φοίτησης». Όσο και αν η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να παίξει με τις λέξεις, αντικαθιστώντας την λέξη «δίδακτρα» με τα «τέλη φοίτησης» η ουσία παραμένει η ίδια. Η συνεχής μείωση της κρατικής χρηματοδότησης θα σημαίνει δίδακτρα για τους φοιτητές και υποβάθμιση των σπουδών μας. Είναι κοροϊδία ότι τέλη φοίτησης θα υπάρχουν μόνο αν τα λειτουργικά έξοδα δεν βγαίνουν την στιγμή που τα περισσότερα τμήματα δηλώνουν αδυναμία κάλυψης των λειτουργικών τους εξόδων και κλείνουν λόγω της αδυναμίας τους να πληρώσουν. Σαν να μην έφτανε αυτό, ο νέος νόμος απαλλάσσει μόνο το 30% των φοιτητών από τα «τέλη εγγραφής». Με το μέτρο αυτό αποκλείονται φοιτητές από τις μεταπτυχιακές σπουδές. Η κυβέρνηση μας λέει πως αν θέλουμε να κάνουμε μεταπτυχιακό θα πρέπει να χώσουμε το χέρι μας βαθιά στην τσέπη (βλ. μεταπτυχιακό στη Νομική Αθήνας με κόστος 1200€). Ακόμα, η θεσμοθέτηση διδάκτρων στα μεταπτυχιακά ανοίγει τον ασκό του Αιώλου για την επιβολή διδάκτρων και στα προπτυχιακά. Οι δηλώσεις Μπουτάρη και του αν. Πρύτανη του ΑΠΘ Λαόπουλου για δίδακτρα στο προπτυχιακό είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα.
  • Καταργήσεις τμημάτων και συγχωνεύσεις σχολών: Με μειωμένη την κρατική χρηματοδότηση πολλά τμήματα δεν μπορούν να λειτουργήσουν. Μετά το περιβόητο «Σχέδιο Αθηνά» με το οποίο συγχωνεύτηκε το 30% των τμημάτων ο νέος νόμος Γαβρόγλου προβλέπει περαιτέρω συγχωνεύσεις και καταργήσεις τμημάτων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα φέτος το σχέδιο του Υπουργείου Παιδείας για το Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής όπου συγχωνεύονται το ΤΕΙ Αθήνας και Πειραιά. Ουσιαστικά συγχωνεύονται δύο ΤΕΙ με τεράστια προβλήματα χρηματοδότησης χωρίς να προβλέπεται αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης γι’αυτά, μόνο και μόνο για να μειωθεί ο αριθμός τους. Η μεταφορά έδρας (με τις συγχωνεύσεις) ή οι καταργήσεις τμημάτων, σε μια περίοδο όπου κυρίαρχο κριτήριο επιλογής σχολής για έναν φοιτητή είναι η πόλη που βρίσκεται το πανεπιστήμιο, αποκλείει πολλούς φοιτητές από την Τριτοβάθμια εκπαίδευση ή τους αναγκάζει να εγκαταλείψουν τις σπουδές τους.
  • Φοιτητική «μέριμνα»: Το μεγαλύτερο θύμα της υποχρηματοδότησης είναι η φοιτητική μέριμνα. Μια ματιά να ρίξει κανείς στο τελευταίο τρίμηνο του 2017 καταλαβαίνει το μέγεθος της διάλυσης. Η κατάσταση στις Φοιτητικές Εστίες πανελλαδικά είναι αποκαρδιωτική. Κτίρια που δεν συντηρούνται και είναι υπό κατάρρευση, εκβιαστική είσπραξη παράνομων ενοικίων από τους οικοτρόφους και το κερασάκι στην τούρτα…ο φετινός αποκλεισμός 200 φοιτητών από τις Φοιτητικές Εστίες του ΑΠΘ λόγω έλλειψης υποδομών. Αναρωτιόμαστε αν αυτοί οι 200 φοιτητές μπορούν να σπουδάσουν; Σαν να μην έφταναν όλα αυτά οι οικότροφοι των εστιών τον Νοέμβρη βρέθηκαν αντιμέτωποι με την διακοπή της σίτισης σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Ξάνθη. Οι υπεύθυνοι για την κατάσταση αυτή έχουν ονοματεπώνυμο: Είναι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και το ΙΝΕΔΙΒΙΜ (αρμόδιος φορές για τις Φοιτητικές Εστίες). Από την μία, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ λόγω του ασφυκτικού μνημονιακού πλαισίου δεν χρηματοδοτεί πλέον την φοιτητική μέριμνα και από την άλλη ο ΙΝΕΔΙΒΙΜ που παίζει κρυφτούλι όσον αφορά τις οικονομικές του δραστηριότητες. Προκαλεί οργή το πόρισμα του Σώματος Επιθεωρητών Δημόσιας Διοίκησης για τα φαινόμενα διαφθοράς και κακοδιαχείρισης του ΙΝΕΔΙΒΙΜ κατά την περίοδο 2011-2017 με τις ευθύνες να βαραίνουν τις μνημονιακές κυβερνήσεις ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΣΥΡΙΖΑ, καθώς τα μέλη του ΔΣ του ΙΝΕΔΙΒΙΜ διορίζονται από τον εκάστοτε αρμόδιο υπουργό. Μνημονιακές κυβερνήσεις και ΙΝΕΔΙΒΙΜ παίζουν με αυτονόητα δικαιώματα των φοιτητών και στήνουν «γλέντια διαφθοράς» πάνω στις πλάτες μας.

Η υποχρηματοδότηση δεν αγγίζει μόνο τις λέσχες και τις εστίες αλλά εξαπλώθηκε σαν γάγγραινα φέτος και στα πανεπιστημιακά μας συγγράμματα. Κινδυνεύσαμε αυτή την ακαδημαϊκή χρονιά να μην πάρουμε συγγράμματα καθώς η κυβέρνηση χρωστούσε 50 εκ. στον Σύλλογο Εκδοτών. Το πρόβλημα αυτό ενδέχεται να ξαναυπάρξει δεδομένου ότι η κυβέρνηση Τσίπρα έχει συμφωνήσει πλεονάσματα ύψους 3,5% που σημαίνει περαιτέρω κόψιμο των δωρεάν παροχών προς τους φοιτητές.

Η κυβέρνηση κοροϊδεύει τους φοιτητές και στο θέμα του στεγαστικού επιδόματος που ανέρχεται στα 1000 €. Η αλήθεια είναι ότι με 1000€ δεν καλύπτονται οι στοιχειώδεις ανάγκες στέγασης ενός φοιτητή και μάλιστα τίθενται και πολύ αυστηρές προϋποθέσεις. Τέτοια προϋπόθεση είναι ότι οι γονείς των φοιτητών ή οι ίδιοι δεν θα πρέπει να είναι κύριοι κατοικιών που ξεπερνούν τα 200 τμ αθροιστικά. Η πραγματικότητα είναι ότι πολλές φορές οικογένειες έχουν παραπάνω του ενός σπίτια χωρίς αυτό να σημαίνει κάτι για την οικονομική τους κατάσταση. Άλλη προϋπόθεση είναι ότι ο φοιτητής θα πρέπει να έχει περάσει τουλάχιστον τα μισά μαθήματα του προηγούμενου έτους με ότι αυτό συνεπάγεται για τους φοιτητές που εργάζονται ή σπουδάζουν εξ αποστάσεως (ακριβώς γιατί δεν έχουν χρήματα για στέγαση!). Επίσης, το επίδομα στέγασης χορηγείται για τόσα έτη όσα είναι και τα έτη σπουδών της Σχολής. Δηλαδή πχ για ένα φοιτητή Νομικής ή Οικονομικού μετά τα 4 χρόνια τα έξοδα στέγασης είναι δικό του πρόβλημα.

Τι σημαίνουν όλα αυτά; Η μείωση της κρατικής χρηματοδότησης για την παιδεία μεταφέρει το κόστος σπουδών στις πλάτες των φοιτητών. Διαμορφώνεται ένα μοντέλο του «ό, τι πληρώνεις παίρνεις». Με δεδομένη την μνημονιακή πραγματικότητα, την συνεχή μείωση μισθών και συντάξεων που στηρίζουν την ελληνική οικογένεια καταλαβαίνει κανείς ότι όλο και περισσότεροι φοιτητές αποκλείονται από την εκπαίδευση γιατί δεν αντέχει η τσέπη των γονιών τους. Αν μάλιστα σκεφτούμε πως βασική πηγή εσόδων του κράτους για την κάλυψη των αναγκών μας είναι η φορολογία που πληρώνουμε, αντιλαμβανόμαστε την τραγική ειρωνεία της υπόθεσης. Εδώ και 8 χρόνια υπερφορολογούμαστε και παρόλαυτα οι ανάγκες μας μένουν ακάλυπτες!

Απέναντι στην υποβάθμιση της δημόσιας και δωρεάν παιδείας, στην λογική του «θα σπουδάζει όποιος έχει λεφτά» ή θα μείνουμε με σταυρωμένα τα χέρια μας ή τουλάχιστον θα αμφισβητήσουμε την υπάρχουσα πραγματικότητα. Σήμερα το φάντασμα της δυστυχισμένης συνείδησης, του «δεν αλλάζει τίποτα», του «όλοι το ίδιο είναι» και του «μπας και γλιτώσω εγώ» πλανάται πάνω από την γενιά μας. Η νέα γενιά έχει χιλιάδες λόγους για να εξεγείρεται αλλά μένει απαθής. Δεν αρνείται αλλά δέχεται με σκυμμένο το κεφάλι την απόρριψη από τις σπουδές και αύριο μεθαύριο από την δουλειά. Άρνηση σημαίνει αμφισβήτηση ότι δεν θα πληρώνουμε για να σπουδάσουμε, δεν θα ζήσουμε άνεργοι ή με 400 €. Χρειάζεται οι φοιτητές να βάλουν επιτέλους ένα stop, να οργανωθούν και να οργανώσουν την αντίσταση όλης της γενιάς μας ενάντια στις μνημονιακές κυβερνήσεις και τους δανειστές που μας διαλύουν την ζωή. Για σπουδές, δουλειά και ζωή με αξιοπρέπεια στον τόπο μας. Γιατί κανείς δεν μπορεί μόνος του. Γιατί όσα περισσότερα μας ζητάνε τόσα λιγότερα μας δίνουν!

  • Αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης
  • Δημόσια και δωρεάν παιδεία για όλους
  • Λεφτά για τις ανάγκες μας και όχι για τις ανάγκες των δανειστών
  • Ούτε 1 € από την τσέπη μας για τις σπουδές μας
Τελευταία τροποποίηση στιςΠαρασκευή, 13 Απριλίου 2018 20:35

Προσθήκη σχολίου

Make sure you enter the (*) required information where indicated.Basic HTML code is allowed.

επιστροφή στην κορυφή