english

Η αριστερά δεν προτείνει τίποτα (;)

Η αριστερά δεν προτείνει τίποτα (;)
Του Δημήτρη Μανωλίδη.
Μέσα στη δίνη της καθημερινότητας είχα ξεχάσει ένα από τα πολύ σταθερά κλισέ εναντίον της αριστεράς στα πανεπιστήμια: «εσείς οι αριστεροί δεν προτείνετε τίποτα, απλά λέτε όχι σε όλα», το οποίο φρόντισαν να μου το υπενθυμίσουν πολλές πλευρές πρόσφατα.
Άλλες καλοπροαίρετα και με ειλικρίνεια, κι άλλες για να καλύψουν τη δική τους πολιτική ένδεια.

Δεν θέλω να αναφερθώ στο τι κάνει γενικά η αριστερά, παρά στο τι κάνει η δική μου αριστερά (στα πανεπιστήμια του Αριστερό Δίκτυο Νεολαίας).

Αναγκαστικά όμως θα πάμε από το γενικό στο ειδικό.

Η αριστερά ως πολιτικός χώρος έχει μέσα της την άρνηση, όπως θα λεγε κι ο Κολακόφσκι, γιατί δεν αποδέχεται λίγο ή πολύ το ισχύον κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο. Δεν επιλέγει το δρόμο του κομφορμισμού, σε αντίθεση με άλλες δυνάμεις (κέντρο, δεξιά κλπ) που ρητά ή σιωπηρά υποστηρίζουν τους σημερινούς συσχετισμούς και την ισχύουσα κατάσταση.

Ένα βήμα παραπέρα, μετά την άρνηση του υπάρχοντος, η αριστερά ζητάει κάτι διαφορετικό. Κι εκεί ακριβώς γίνεται το μεγάλο μπάχαλο: στο τι θα είναι αυτό το διαφορετικό και πώς θα έρθει. Συζητήσεις επί συζητήσεων και διασπάσεις επί διασπάσεων το πλαισιώνουν. Και είναι λογικό να είναι πιο εύκολο να συσπειρωθείς στη συντήρηση παρά στην αλλαγή, γιατί η συντήρηση είναι μια, ενώ οι δυνάμει αλλαγές πολλές. Έτσι βλέπουμε μια δεξιά (ΝΔ, ΔΑΠ κλπ), έναν ψιλοχαμό στο κέντρο πάνω στο κουφάρι του ΠΑΣΟΚ και πολλές πολλές μα πάρα πολλές αριστερές.
 
Δεν είναι όμως εύλογο; Πρόκειται για ζήτημα κοσμογονικού ενδιαφέροντος που μας ξεπερνάει κατά πολύ. Είναι λογικότατο τα πράγματα να δυσχεραίνουν όταν καλούμαστε να πάρουμε θέση για το πώς θέλουμε τούτο τον κόσμο συνολικά καθώς και για το πώς θα γίνει αυτό, ενώ την ίδια στιγμή ως άτομα πιθανώς δεν ξέρουμε καν τί μέλλον θέλουμε για τον εαυτό μας.
 
Πάμε τώρα στα πιο συγκεκριμένα. Τι κάνει το Αριστερό Δίκτυο Νεολαίας και τι δεν κάνει.

Κατ’ αρχάς τα προβλήματα στο χώρο του πανεπιστημίου αντικειμενικά είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με τα ευρύτερα κοινωνικά ζητήματα. Υποχρηματοδότηση, εμπορευματοποίηση, υποβάθμιση, εντατικοποίηση και «ευελιξία». Εν ολίγοις το κράτος ρίχνει στην παιδεία πολύ λιγότερα χρήματα απ’ όσα μπορούν να καλύψουν τις υπάρχουσες ανάγκες. Αυτό αφ’ ενός για λόγους δημοσιονομικούς, κοινώς γιατί τα πληρώνουμε στους δανειστές. Κι αφ’ ετέρου για λόγους εμπορευματοποίησης. Γιατί δηλαδή από την απαξίωση της δημόσιας παιδείας ευνοείται ένα ολόκληρο σύστημα παραπαιδείας και ιδιωτικής παιδείας (βλ η παιδεία ως εμπόρευμα). Παράλληλα το περιεχόμενο της εκπαίδευσης γίνεται όλο και μερικότερο, «προσαρμοζόμενο στις ανάγκες της αγοράς» με αποτέλεσμα κάθε βασικό πτυχίο να ισούται με όλο και λιγότερα εργασιακά δικαιώματα (αν θες παραπάνω δικαιώματα, πλήρωνε για παραπάνω τίτλους-πιστωτικές μονάδες ευρωπαϊστί), αλλά και με τους φοιτητές να μην βγαίνουν επιστήμονες, παρά απλώς μονομερώς ειδικευμένο προσωπικό. Τέλος, προωθείται η εικόνα του φοιτητή που αφ’ ενός τρέχει σαν το Βέγγο λόγω της εντατικοποίησης των προγραμμάτων σπουδών κι αφ’ ετέρου βλέπει τη σχολή ως... σχολείο που θα περάσει απλώς 2 ώρες τη μέρα ως τουρίστας αδιαφορώντας για λοιπές πολιτικές, πολιτιστικές και κοινωνικές δραστηριότητες που θα πρεπε να συνδέονται με αυτήν.
 
Όλα αυτά λοιπόν δεν είναι απομονωμένα από τα ευρύτερα προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας και δη το οικονομικό. Είναι λοιπόν ψεύτης όποιος υποστηρίζει και δίνει ελπίδες πως μπορεί να διορθώσει τα κακώς κείμενα της παιδείας μόνο με «συνδικαλιστικό» έργο και δίχως να θίξει συνολικότερα ζητήματα. Γιατί όταν μιλάς συνδικαλιστικά, τα όριά σου είναι ο κοσμήτορας, άντε ο Πρύτανις, ο οποίος δικαιολογημένα θα απεκδυθεί των ευθυνών του γιατί όλα είναι κεντρικές αποφάσεις της κυβέρνησης (βασικά πάει και πιο πέρα το πράγμα, βλ. επιταγές ΕΕ). 
 

Στη βάση λοιπόν αυτών, ζήτημα είναι να συγκροτηθεί μια απάντηση συνολική που εκκινώντας από τα προβλήματα μας να καταλήγει στο κεντρικοπολιτικό ζήτημα.

Ο λόγος που τρέχουμε κάθε μέρα είναι γιατί θεωρούμε ότι η νεολαία έχει τη δύναμη και συνάμα την ευθύνη να προκαλέσει δυναμικές καταστάσεις. Αυτό όχι γιατί έχει ωραία και νέα παλικάρια, αλλά αφ’ ενός γιατί το έχει αποδείξει η ιστορία (ΕΠΟΝ, Μάης του 68, Πολυτεχνείο, κινήματα της μεταπολίτευσης) κι αφ’ ετέρου γιατί είναι το πιο ευαίσθητο κομμάτι της κοινωνίας, από την άποψη ότι κάθε απόφαση το αφορά στο μέγιστο βαθμό. Χρειάζεται λοιπόν ένα «νεολαιίστικο κίνημα». Κίνημα όχι φυσικά γενικά κι αόριστα, αλλά κίνημα που να εκκινεί από τα προβλήματα του σήμερα: ανεργία – μετανάστευση, μη μόρφωση, εκπαίδευση για λίγους και να καταλήγει έστω σε αδρές γραμμές σε απαντητικές κατευθύνσεις.
 
Το πιο δυναμικό κομμάτι της νεολαίας είναι κατά κοινή ομολογία οι φοιτητές κι έτσι μοιραία, είτε μας αρέσει είτε όχι, το φοιτητικό κίνημα θα παίξει καταλυτικό ρόλο στη συγκρότηση ενός νεολαιίστικου κινήματος. Το πρόβλημα είναι όμως ότι… δεν υπάρχει φοιτητικό κίνημα. Γιατί κίνημα δεν είναι ούτε οι συνδικαλισμοί, ούτε η μηχανιστική επανάληψη του συνέλευση-πορεία-κατάληψη. Και δη από 20 άτομα. Κίνημα είναι μια μαζική δυναμική και διαρκής διαδικασία, που εξαπολύει αστροπελέκια. Είναι μια σειρά από μάχες που συσπειρώνουν τον κόσμο και τον συστρατεύουν. Αυτό δεν υπάρχει σήμερα, πρέπει όμως να συγκροτηθεί.

Ποιος όμως θα συγκροτήσει αυτό το κίνημα;
 
Η ΔΑΠ;
Τα παιδιά της οποίας θαυμάζουμε πίσω από τις ομιλίες του Σαμαρά να κουνάν τα σημαιάκια; Η ΔΑΠ που προωθεί την ατζέντα της κυβέρνησης στα πανεπιστήμια (βλ πρόγραμμα ΔΑΠ: ΠΑΙΔΕΙΑ 2020), που στόχος της είναι η πλήρης αποπολιτικοποίηση και απονέκρωση των συλλόγων, που περιορίζεται σε συνδικαλιστικά τερτίπια κι αναλώνεται κατά τα λοιπά σε κοινωνικές σχέσεις οργανώνοντας πάρτυ, κερνώντας μπουκάλια και υποκαθιστώντας τη γραμματεία της σχολής της. Η ΔΑΠ όχι μόνο δεν συγκροτεί κίνημα, αλλά δεν το θέλει κιόλας. Γιατί; Μα γιατί πολύ απλά υποστηρίζει την υπάρχουσα κατάσταση.

Το κίνημα μπορεί να έρθει μόνο από την αριστερά, γιατί όπως είπαμε είναι η δύναμη που υποστηρίζει την αλλαγή σε μια προοδευτική-φιλολαϊκή κατεύθυνση γενικότερα και στον χώρο της παιδείας ειδικότερα. Ναι, τη σημερινή αριστερά με τα χίλια στραβά που έχει. Ποια δύναμη ακριβώς το κάνει ή έστω είναι κατάλληλη να το κάνει;

Καμία. Διαφορετικά θα είχε ήδη συγκροτηθεί το κίνημα, στην τελική των περιπτώσεων. Το καταλληλότερο υποκείμενο για τη συγκρότηση του φοιτητικού κινήματος είναι όχι ο κανένας, παρά …όλοι. 
 
Γι’ αυτό λοιπόν διατρανώνουμε με κάθε ευκαιρία και σε κάθε τόνο ότι είναι επιτακτική ευθύνη και ανάγκη η συγκρότηση ενός Αριστερού Μετώπου Νεολαίας από τις δυνάμεις της αριστεράς, τους ανένταχτους φοιτητές, τις λέσχες, τους ομίλους και τους συλλόγους. Ένα μέτωπο όχι όμως γενικά κι αόριστα παρά με συγκεκριμένη στοχοθεσία:
- για ένα διαφορετικό δρόμο για τη χώρα, δίχως τα δεσμά του ευρώ και του χρέους
- για την υπεράσπιση της δημόσιας δωρεάν παιδείας
- για τον αγώνα ενάντια στον εργασιακό μεσαίωνα που μας περιμένει
- για την οργάνωση απέναντι στη φασιστική απειλή
- για ένα αντίπαλο δέος απέναντι στις δυνάμεις της αδράνειας, τη ΔΑΠ και την ΠΑΣΠ και τη νοοτροπία που περνάνε στη νεολαία.
 
Δεν πρόκειται λοιπόν για μια ενότητα ως αυτοσκοπό, παρά για μια μετωπική σύγκλιση πάνω σε ορισμένα μίνιμουμ, σε βασικούς στόχους, στόχους κλειδιά που σκιαγραφούν την αναγκαία αλλαγή στο κεντρικοπολιτικό ζήτημα. Στόχους ικανούς να συσπειρώσουν κόσμο.
 
Αυτό λοιπόν σου προτείνει η αριστερά, τουλάχιστον η δική μου αριστερά. Είναι κάπως πιο φιλόδοξο από το ευχολόγιο της ΔΑΠ σε κάθε συνέλευση για διπλασιασμό των χρημάτων του προϋπολογισμού που πάνε στην παιδεία και σίγουρα πιο ρεαλιστικό από όσους λένε ότι υπάρχει ήδη κίνημα ή ακόμα καλύτερα ότι οι ίδιοι είναι το κίνημα. Γιατί το ζήτημα δεν είναι να προτείνεις μικρές αλλαγές που να σε βοηθάνε απλώς να παλέψεις την κατάσταση, είτε αυτές λέγονται συνδικαλιές της ΔΑΠ, είτε αυτοοργανωμένα κυλικεία με 80 λεπτά τον καφέ. Το ζήτημα είναι να δίνεις στον κόσμο σχέδιο, ελπίδα και προοπτική.
 
Η νεολαία είναι ο μεγάλος απών των εξελίξεων. Όχι όμως για πολύ ακόμα.

Προσθήκη σχολίου

Make sure you enter the (*) required information where indicated.Basic HTML code is allowed.

επιστροφή στην κορυφή