english

Τι έδειξε και τι απέδειξε η απεργία των εκπαιδευτικών

Τι έδειξε και τι απέδειξε η απεργία των εκπαιδευτικών

Ανακοίνωση της ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ.

Η απεργία των εκπαιδευτικών ήταν μάλλον η αξιοπρεπής «εκδίκηση» της απεργίας που δεν έγινε τον Μάιο και που θα μπορούσε με καλύτερους όρους να στριμώξει τη κυβέρνηση. Η μνημονιακή επίθεση στο δημόσιο σχολείο και σε εργασιακά δικαιώματα (απολύσεις) ήταν οι «αφορμές». Όμως είναι προφανές ότι το μεγαλύτερο συνδικάτο της χώρας, η ΟΛΜΕ, κλήθηκε να αναλάβει ευρύτερα καθήκοντα και να ανταπεξέλθει σε μια γενική κοινωνική προσδοκία, για ένα θερμό φθινόπωρο, για μια αποφασιστική αντίσταση στο μνημόνιο και τις πολιτικές του. Το στοιχείο αυτό είναι βασικό για να εκτιμήσει κανείς τη στάση των πολιτικών δυνάμεων. Δεν μιλάμε για μια τυπική κλαδική απεργία. Αλλά για μια απεργία διαρκείας ενάντια στην εφαρμογή του μνημονίου στην παιδεία, από το μεγαλύτερο συνδικάτο της χώρας, που έχει άμεση επαφή με ένα εκατομμύριο οικογένειες.

Αυτό βέβαια έπρεπε να σημάνει συγκέντρωση δύναμης και προετοιμασία πολιτική οικονομική, αγωνιστικής αλληλεγγύης πρωτίστως από τις πολιτικές δυνάμεις και τα συνδικάτα. Δηλαδή ένα πολιτικό απεργιακό μέτωπο. Κάτι τέτοιο δεν υπήρξε, όχι για λόγους άγνοιας και ανεπάρκειας αλλά για λόγους σκοπιμότητας.

Η απεργία διαρκείας διήρκεσε μόνο 8 μέρες, αν και στην εκκίνησή της οι εκπαιδευτικοί πήραν την απεργία πάνω τους. Η απεργία ψηφίστηκε από τις συνελεύσεις χωρίς σχετική εισήγηση του ΔΣ της ΟΛΜΕ (στο οποίο έχει πλειοψηφία η αριστερά) και κατέγραψε τα υψηλότερα ποσοστά σε συμμετοχή στην απεργία και στις διαδηλώσεις τουλάχιστον για τα τελευταία 15 χρόνια. Ξεπέρασε σε συμμετοχή ακόμα και τις μεγάλες αντιμνημονιακές γενικές απεργίες. Οι δυνάμεις της αδράνειας και οι κήρυκες της ηττοπάθειας και του «δεν γίνεται τίποτα», προπαγάνδιζαν ότι η απεργία δεν έχει δυναμική. Όμως δεν είναι έτσι. Είναι πράγματι ισχυρά τα κοινωνικά ρεύματα της ανάθεσης και της αναμονής μιας εύκολης κοινοβουλευτικής λύσης, όμως σε συνθήκες αγώνα αναδεικνύονται και ρεύματα αντίστασης, συλλογικότητας, ανυποχώρητου αγώνα. Αυτά όμως δεν καλλιεργήθηκαν.

Μέσα στους εκπαιδευτικούς υπήρξαν και τα δύο στοιχεία. Το θέμα είναι ότι η αριστερά (ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ) επένδυσε στα πρώτα και όχι στα δεύτερα. Η απεργία των εκπαιδευτικών είναι –μετά την πολυήμερη απεργία και την επιστράτευση στο Μετρό και την κινητοποίηση στην ΕΡΤ– άλλη μία αντιμνημονιακή απεργία που η αριστερά απέφυγε να τη μετατρέψει σε κεντρική πολιτική μάχη και κέντρο αγώνα, ανεβάζοντας το φρόνημα του απογοητευμένου και απελπισμένου λαού.

Το ΚΚΕ αφενός θεωρεί τον στόχο να σπάσει το μνημόνιο ανεπαρκή, και αφετέρου πριμοδοτεί κινητοποιήσεις διαμαρτυρίας και όχι μετωπικής σύγκρουσης με την κυβέρνηση και την Τρόικα, γιατί φοβάται ότι εκλογικά κερδισμένος από αυτά θα βγει ο ΣΥΡΙΖΑ. Έτσι ο βασικός του ρόλος είναι αυτός του παρατηρητή στην καλύτερη περίπτωση, ή του υπονομευτή όπως έγινε στην απεργία των εκπαιδευτικών. Ενώ τα μέλη του είναι μέσα στον αγώνα, το ΚΚΕ δεν παίρνει την παραμικρή πρωτοβουλία για να τον κάνει κεντρική μάχη απέναντι στο μνημόνιο. Ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ ανακοινώνουν ότι εξαρχής ο αγώνας δεν έχει όρους να νικήσει, ότι είναι φάση “προετοιμασίας” και όχι αναμέτρησης. Η κατάληξη μιας τέτοιας υπονομευτικής τακτικής είναι προφανής. Το ΠΑΜΕ έγινε η ομπρέλα για τις ΔΑΚΕ-ΠΑΣΚΕ ώστε να σπάσει η απεργία.

Ο ΣΥΡΙΖΑ στα λόγια κηρύσσει κάθε μήνα και από έναν κοινωνικό ανένδοτο και ποτέ δεν αναπτύσσει, επενδύοντας και αναμένοντας την αυθόρμητη εκλογική παράδοση της κυβέρνησης στα χέρια του. Στην ΟΛΜΕ, μετά από την ανοιχτή υπονόμευση του Μάη, τοποθετήθηκε αυτή τη φορά υπέρ της απεργίας διαρκείας. Όμως, σε καμία περίπτωση δεν κινήθηκε με όρους ανένδοτου. Από το καλοκαίρι στελέχη του προπαγάνδιζαν ότι οι απεργίες είναι αδιέξοδες και ότι χρειαζόμαστε «εναλλακτικές μορφές», από την πρώτη μέρα σε πολλές περιοχές ψιθύριζαν ότι η απεργία δεν θα αντέξει, στις τελευταίες συνελεύσεις ΕΛΜΕ απέσυραν και την πρότασή τους για απεργία διαρκείας. Τα στελέχη τους σε άλλες μεγάλες ομοσπονδίες που χτυπιούνται (ΠΟΕ-ΟΤΑ, ΔΟΕ κοκ) είτε έβγαιναν ανοιχτά και έλεγαν «οι καθηγητές θα σπάσουν τα μούτρα τους έτσι μόνοι τους που πάνε» ή δεν στήριζαν τις προτάσεις για κοινό απεργιακό μέτωπο διαρκείας. Η νεολαία του ΣΥΡΙΖΑ ήταν σχεδόν άφαντη από σχολεία και σχολές και σε λίγες γειτονιές φάνηκαν ελάχιστοι από τα 30.000 μέλη του ΣΥΡΙΖΑ. Στον κεντρικό εκβιασμό του Σαμαρά «δεν θα αντέξετε και θα γυρίσετε πίσω από την πείνα», έπρεπε να υπάρχει κεντρική πολιτική απάντηση με στήριξη στο απεργιακό ταμείο, από κινήσεις αλληλεγγύης και βεβαίως από την κρατική χρηματοδότηση. Τα παραπάνω δεν είναι εικόνα κόμματος του επιδιώκει να πάρει την εξουσία για να συγκρουστεί με την τρόικα με όλα τα μέσα. Δεν είναι πολιτική συμπεριφορά κόμματος που θέλει να αναπτύξει ανένδοτο αγώνα ενάντια στο μνημόνιο. Είναι εικόνα κόμματος-παρατηρητή των λαϊκών διαθέσεων και αναμονής από το αυθόρμητο. Είναι εικόνα κόμματος σε προσμονή του ώριμου φρούτου, μιας απλής κοινοβουλευτικής εναλλαγής, χωρίς κινήματα και λαϊκό ξεσηκωμό.

Η απεργία λοιπόν ηττήθηκε από μέσα, όχι από την αδυναμία των εκπαιδευτικών η την επιθετικότητα της κυβέρνησης, αλλά από τη μη υποστήριξη της (πολιτική, οικονομική, συνδικαλιστική) από την Αριστερά.

Αυτή η απεργία όμως ανέδειξε όρια προβλήματα, ανεπάρκειες ταυτόχρονα όμως εμφάνισε και βήματα στη συνείδηση του συνδικαλιστικού και εργατικού κινήματος.

Απουσιάζει ένα συνδικαλιστικό πολιτικό ρεύμα σύγκρουσης με την τρόικα και διεξόδου από την κρίση, που θα τροφοδοτεί τον πολιτικό αγώνα. Η διαπραγμάτευση της εργασίας και του μισθού η αποδοχή της σαλαμοποίησης ή της εξαίρεσης κλάδων ή εργαζομένων από τη μνημονιακή πολιτική σε μια χώρα με 1,5 εκατομμύριο ανέργους έχει σχέση με τον συνδικαλισμό της μεταπολίτευσης. Ο τέτοιος συνδικαλισμός έχει τελειώσει από το 2009. Η μη συνάντηση των διαφορετικών κλάδων στην απεργία των εκπαιδευτικών (δάσκαλοι, τοπική αυτοδιοίκηση, υγειονομικοί) οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο συντεχνιασμό της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας που είναι ποτισμένη με τη λογική της συνδιαλλαγής. Η έλλειψη ενός συνδικαλιστικού πολιτικού ρεύματος ευνοεί το συντεχνιασμό, δεν τροφοδοτεί νέες, υπαρκτές δυνάμεις που θα μπορούν να δώσουν δυναμική, αξιοπιστία και πολιτικά-αγωνιστικά χαρακτηριστικά στους αγώνες. Έτσι, ναι μεν οι καθηγητές ξεκίνησαν απεργία διαρκείας γιατί έχουν τώρα απολύσεις, αλλά οι δάσκαλοι δεν μπήκαν μέσα γιατί δεν έχουν ακόμα, και οι εργαζόμενοι στους δήμους γιατί «κρατάνε αντοχές» για να διαπραγματευτούν μόνοι τους τις μικρότερες δυνατές απώλειες, τον Δεκέμβριο που θα δεχτούν το μεγάλο χτύπημα. Δεν υπάρχει πεποίθηση ότι μπορούν να δοθούν αγώνες που θα ρίξουν τα μνημόνια και τις κυβερνήσεις τους, ότι υπάρχει πολιτικό υποκείμενο που θέλει και μπορεί να το κάνει μέχρι τέλους. Εδώ αναζητείται ο ρόλος της αριστεράς που -μην ξεχνάμε- συγκυβέρνησε σε ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ-συνδικάτα εδώ και 40 χρόνια. Ο ρόλος αυτός κρύβεται πίσω από την θεωρία της «αυτονομίας» των μαζικών κοινωνικών χώρων…

Έχει κυριαρχήσει για δεκαετίες η αντίληψη της ανάθεσης, της εύκολης λύσης, της λογικής που περιμένει αποτελέσματα χωρίς κόστος και χωρίς θυσίες. Η τάση αυτή εκφράστηκε και με το περίφημο «δεν αντέχουμε» των εκπαιδευτικών. Τον Μάιο είχε εκφραστεί με το «δεν μπορούμε να πάμε κόντρα στην επιστράτευση». Το πρόβλημα φυσικά δεν είναι η βέβαιη οικονομική εξάντληση. Είναι το να αναμένει κανείς ότι θα έχει αποτελέσματα χωρίς κόστος. Αυτή η αντίληψη συνεχίζει και αναπαράγεται από πολιτικές δυνάμεις της Αριστεράς. Η απουσία –εδώ και δεκαετίες– ενός αγωνιστικού, αριστερού και ταξικού ριζοσπαστισμού μέσα στους χώρους εργασίας που να βάζει την αντίληψη του αγώνα και της συλλογικότητας δεν σημαίνει ότι η πλειοψηφία των εργαζομένων συμφωνεί με αυτή την πολιτική και ότι δεν είναι εφικτό να γίνουν βήματα ή και άλματα στη συνείδησή τους. Αρκεί να υπάρχει η πολιτική βούληση από το αγωνιστικό δυναμικό που αντιλαμβάνεται τι σημαίνει το «εμείς ή αυτοί» μέσα σε συνθήκες κρίσης. Να υπάρχει η βούληση ότι πρέπει να προχωρήσει μπροστά, ότι δεν είμαστε σε φάση «οικοδόμησης προϋποθέσεων» αλλά σε φάση μετωπικής σύγκρουσης, ότι πρέπει να γίνει ο καταλύτης που θα συσπειρώσει και τα ενδιάμεσα ταλαντευόμενα στρώματα που βλέπουν τα δικαιώματά τους να διαλύονται αλλά περιμένουν κάπου να μπει πάτος στο βαρέλι με κάποιο ανώδυνο τρόπο.

Σίγουρα έγιναν βήματα σε αυτό τον αγώνα –κι αυτό είναι ελπιδοφόρο. Ο κοινωνικός αυτοματισμός δεν βρήκε έδαφος να αναπτυχθεί, λειτούργησαν οι απεργιακές επιτροπές, οι απεργοί έκαναν «δική τους υπόθεση» την απεργία, συναντήθηκαν και μίλησαν με γονείς και μαθητές, βγήκαν σε γειτονιές, έγιναν εκδηλώσεις και ανοιχτές συζητήσεις. Όλα αυτά αποτελούν παρακαταθήκη. Υπάρχουν καλύτεροι όροι για να ανοίξει η συζήτηση για τα δημόσια αγαθά (παιδεία, υγεία). Οι εκπαιδευτικοί δεν φαίνεται να επιστρέφουν ηττημένοι, αλλά προβληματισμένοι για το τι πρέπει να γίνει. Οι απολύσεις και η κατεδάφιση του δημόσιου σχολείου είναι μπροστά. Το ίδιο και οι αγώνες. Απομένουν τα πολιτικά υποκείμενα…

Προσθήκη σχολίου

Make sure you enter the (*) required information where indicated.Basic HTML code is allowed.

επιστροφή στην κορυφή