english

Η πολιτική γραμμή της Ριζοσπαστικής Αριστεράς

Η πολιτική γραμμή της Ριζοσπαστικής Αριστεράς

Των Βαγγέλη Αντωνίου, Όλγας Μοσχοχωρίτου.

Το «πακέτο μέτρων», που η τριφασική κυβέρνηση Σαμαρά, παρά τις υποκριτικές ή και υπαρκτές εσωτερικές αντιθέσεις στην τρόικα εσωτερικού και εσωτερικού, επιχειρεί να περάσει, δεν θα είναι το τελευταίο. Άλλωστε, η επιδείνωση της ύφεσης που κάθε πακέτο, με μαθηματική νομοτέλεια, επιφέρει, χειροτερεύει τα δημόσια οικονομικά και, συνεπώς, καθιστά αναγκαίες και νέες περικοπές με την εφιαλτική περιοδικότητα ενός φαύλου κύκλου, που εξελίσσεται σε σπιράλ θανάτου για την κοινωνία.

Αυτό που έχουμε μπροστά μας φαντάζει να υπερβαίνει το τυπικό νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα και τις γνωστές δοσολογίες του δόγματος του σοκ. Είναι μια συνολική αλλαγή κοινωνικού υποδείγματος. Τα αλλεπάλληλα συντριπτικά χτυπήματα στο εισόδημα και τις εργασιακές σχέσεις, η συνολική αποδιάρθρωση δημόσιων αγαθών και κοινωνικών θεσμίσεων, δεν συνεπάγονται μόνο ριζική αλλαγή καταναλωτικών προτύπων, αλλά συνιστούν μια βίαιη επιχείρηση ανατροπής των κοινωνικών συντεταγμένων, αποσκοπώντας στη δημιουργία μιας κοινωνίας μηδενικών προσδοκιών.

Συνιστά ταυτόχρονα και αλλαγή παραγωγικού υποδείγματος. Η στροφή προς την εξωτερική ανταγωνιστικότητα, σε συνθήκες συρρίκνωσης της εσωτερικής ζήτησης, μέσω του διαβόητου μηχανισμού της εσωτερικής υποτίμησης, προσανατολίζει αναγκαστικά προς εξαγωγές κλάδων χαμηλής προστιθέμενης αξίας και ταυτόχρονα, επίσης νομοτελειακά, οδηγεί στη διάλυση των κλάδων έντασης κεφαλαίου, υψηλής ειδίκευσης και προστιθέμενης αξίας – όσων απ’ αυτούς τουλάχιστον έχουν απομείνει όρθιοι από τη λαίλαπα του ευρώ.

Οι θλιβερές αυτές προοπτικές υπογραμμίζονται εντονότερα από την εφιαλτική αύξηση της ανεργίας, που ήδη οδηγεί σε κύματα μετανάστευσης νέων τεχνικών και επιστημόνων και συνεπώς σε περαιτέρω απίσχναση των παραγωγικών δυνατοτήτων αλλά και από την επιχείρηση ριζικής αποδιάρθρωσης της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης. Ενώ η συρρίκνωση της δημόσιας υγείας καθιστά το ζήτημα της επιβίωσης πραγματικό, θυμίζοντας μαλθουσιανές αντιλήψεις του 19ου αιώνα ότι η αυξημένη θνησιμότητα των φτωχών είναι μηχανισμός ρύθμισης της αγοράς εργασίας.

Μια χώρα φτωχότερη, με αφυδατωμένο αναπτυξιακό μοντέλο και σαφώς υποβαθμισμένη θέση μέσα στον εμπεδωμένο ευρωπαϊκό και το διαμορφούμενο διεθνή καταμερισμό εργασίας, θα έχει και υποδεέστερη γεωπολιτική θέση. Έτσι, ακόμη και οι διαφαινόμενες δυνατότητες άντλησης υδρογονανθράκων δεν πρόκειται να τροφοδοτήσουν αναπτυξιακές δυναμικές, εφόσον οι όροι εκμετάλλευσής τους θα είναι αποικιοκρατικοί.

Βρισκόμαστε, λοιπόν, αντιμέτωποι μ’ ένα κρίσιμο σταυροδρόμι: η κοινωνική κρίση τείνει να πάρει χαρακτηριστικά ολόπλευρης εθνικής κρίσης, με την έννοια της διακύβευσης του μέλλοντος μιας ολόκληρης κοινωνίας. Είναι σαφές ότι οι δυνάμεις του κεφαλαίου έχουν κάνει τις επιλογές τους. Για να διατηρήσουν την εξουσία τους και την πρόσδεση στο ευρωπαϊκό κέντρο, που αποτελεί και βασικό πυλώνα της διαιώνισης της ηγεμονίας τους στο εσωτερικό, αποδέχονται τη συνθήκη υποβάθμισης και κοινωνικής απαξίωσης. Γι’ αυτό και σταδιακά αναδιπλώνονται στον καθεστωτικό κυνισμό, ενισχύοντας τις φασιστικές συμμορίες, σπέρνοντας το δηλητήριο του κοινωνικού κανιβαλισμού, υιοθετώντας την ατζέντα της ακροδεξιάς και προλειαίνοντας το έδαφος για ακόμη πιο αυταρχικές εκτροπές.

Για όποιον, λοιπόν, εντός της αριστεράς, δεν έχει κάποιου είδους σοβαρή απώλεια των νοητικών λειτουργιών, θα έπρεπε να έχει γίνει απολύτως ευκρινές ότι διέξοδος από την κρίση, σωτηρία του λαού, της κοινωνίας και της χώρας, δεν μπορεί να υπάρξει μέσα από έναν «ιστορικό συμβιβασμό» με την αστική άρχουσα τάξη. Ορισμένα κατώτερα τμήματά της, ιδιαίτερα στο έδαφος της κρίσης, μπορούν ίσως – και θα πρέπει - να οδηγηθούν σε στάση ανοχής ή και ευμενούς ουδετερότητας. Η αστική ελίτ, όμως, πιστή στον ιστορικό της ρόλο, έχει προσδεθεί ψυχή και σώματι στην υπεργολαβική εξυπηρέτηση των συμφερόντων των δανειστών και εταίρων της, γνωρίζοντας ότι η συνέχιση της κυριαρχίας της εξαρτάται απόλυτα από τη στήριξή τους.

Συνεπώς, η πολιτική γραμμή της ριζοσπαστικής αριστεράς, δεν μπορεί να είναι γραμμή υπεύθυνης αντιπολίτευσης, κοινοβουλευτικής λαγνείας, αυτοπεριορισμού στα όρια της αστικής νομιμότητας, ούτε γραμμή άνευρου κυβερνητισμού, που φιλοδοξεί να ασκήσει, στην καλύτερη περίπτωση, μια δικαιότερη διαχείριση. Δεν μπορεί παρά να είναι γραμμή ανατροπής. Και να έχει κατεύθυνση αντικαπιταλιστική. Με την έννοια ότι η έκβαση της παρούσας σύγκρουσης δεν μπορεί παρά να οδηγεί στα όριά του το σημερινό σύστημα, να δημιουργεί ρήγματα στο κέλυφός του, να αφήνει ανοιχτό το σοσιαλιστικό ορίζοντα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να υιοθετήσουμε τη γραμμή ότι αύριο κιόλας, σε συνθήκες μιας περίκλειστης χώρας, προχωράμε στη σοσιαλιστική οικοδόμηση – άλλοι, των οποίων ορισμένοι σύντροφοί μας τελευταία αρέσκονται να εμφανίζονται ως εξ αδιαιρέτου κληρονόμοι, ήταν που διακήρυτταν «στις 18 σοσιαλισμός»...

Κατά τη γνώμη μας, για να έχει πιθανότητες επιτυχίας ένα πείραμα μιας άλλου τύπου συγκρότησης της κοινωνίας θα πρέπει να γίνει σε περιφερειακό επίπεδο. Τουλάχιστον. Και μας συναρπάζει η ιδέα μιας κοινής απόπειρας με άλλους ευρωπαϊκούς λαούς, ειδικά της Νότιας Ευρώπης. Η  πολιτική τους εμπειρία, οι εγγεγραμμένες στη συλλογική τους συνείδηση απόπειρες στο παρελθόν, η κάποια πολιτική και ιδεολογική κινητικότητα και φρεσκάδα που τους διακρίνει, τους κάνει ελκυστικούς συνοδοιπόρους σε μια πορεία προς τα μπρος.

Ούτε βεβαίως είμαστε θιασώτες των αντιλήψεων της «καθ’ ημάς ανατολής». Ίσα-ίσα είμαστε ιδεολογικά τέκνα του ευρωπαϊκού διαφωτισμού. Και των καλύτερων διεθνιστικών παραδόσεων του κομουνιστικού κινήματος αλλά και όλων των απελευθερωτικών σκιρτημάτων, στην πορεία προς την κοινωνική χειραφέτηση.

Κατά τη γνώμη μας, η πολιτική γραμμή της ριζοσπαστικής αριστεράς στην Ελλάδα του σήμερα, πρέπει να οικοδομηθεί πάνω στην ιδέα του αδύναμου κρίκου. Στην υπαρκτή και απόλυτα ρεαλιστική δυνατότητα, σήμερα, εδώ, να σπάσει ο κρίκος της αλυσίδας. Των ιμπεριαλιστικών δεσμών που καθιστούν για την κάθε χώρα περίπου υποχρεωτική την εσωτερίκευση του νεοφιλελεύθερου οδοστρωτήρα. Και να προκαλέσει αλυσιδωτές ρήξεις και ανατροπές. Αλλά και ανάσες συνεργασίας.

Θέλουμε, λοιπόν, το Σύριζα ως σημείο αναφοράς όλων των ευρωπαϊκών – και όχι μόνο – κινημάτων και της αριστεράς. Όχι ως ουρά του Κ.Ε.Α. και ως παράκλητου της θλιβερής ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Αλλά ως εμπροσθοφυλακή ενός μεγάλου λαϊκού μετώπου, που θα είναι το πραγματικό υποκείμενο της ανατροπής. Εδώ, σήμερα, με προοπτική αλλά και διακηρυγμένο στόχο να προκαλέσει ντόμινο προοδευτικών εξελίξεων στην ευρύτερη περιοχή.

Το Μέτωπο

Υπάρχουν σήμερα οι προϋποθέσεις για το μέτωπο; Αρκετές απ’ αυτές, εν δυνάμει τουλάχιστον, ναι. Μετατόπιση συνειδήσεων. Συσσώρευση, σε πυκνό πολιτικό χρόνο, πολύτιμων συγκρουσιακών εμπειριών. Συγκέντρωση δυνάμεων με σαφείς κοινωνικές αναφορές. Δράσεις και πρωτοβουλίες από τα κάτω. Μαζικές, μαχητικές κινητοποιήσεις, που ακόμη δεν έχει επιτευχθεί, όμως, η ευθύγραμμη και κλιμακούμενη συνέχειά τους. Ελλείψεις και ανεπάρκειες: η οργάνωση και ο συντονισμός. Η συγκρότηση, σε ανώτερο επίπεδο, οργάνων του λαϊκού κινήματος. Η απογραφειοκρατικοποίηση των συνδικάτων και η οργανική ένταξή τους στους λαϊκούς αγώνες. Το πεδίο αυτό συνιστά τιτάνια πρόκληση για τη ριζοσπαστική αριστερά.

Το μέτωπο δεν μπορεί να υπάρξει ως συμφωνία κορυφών. Ούτε συζήτηση ότι η συνεργασία – έστω, σε πρώτη φάση, η αποκατάσταση φυσιολογικών σχέσεων - ανάμεσα στις ηγεσίες της πολιτικής αριστεράς θα έδινε φτερά στην υπόθεση του μετώπου. Το κρίσιμο όμως είναι η κατάκτηση μιας αυθεντικά ενωτικής κουλτούρας ώσμωσης και συνθέσεων, πρώτιστα μέσα στους μαζικούς χώρους, στα πρωτοβάθμια σωματεία και τα κινήματα πόλης, στα στέκια αλληλεγγύης που πρέπει επειγόντως να στηθούν σ’ όλες τις γειτονιές. Και οπωσδήποτε, η προώθηση μετωπικών διεργασιών μέσα στη νεολαία, στα σχολειά και τα πανεπιστήμια, που πρέπει και μπορεί να ξεδοντιάσει τους φασίστες της χρυσής αυγής. Γιατί δεν απέχουμε πολύ απ’ το σημείο όπου η άνοδός τους, ιδιαίτερα στα πιο πληβειακά στρώματα – και του λαού αλλά και της νεολαίας - θα περάσει το όριο του μη αντιστρέψιμου.

Αυτό είναι για μας το περιεχόμενο που νοηματοδοτεί ουσιαστικά το αίτημα για κυβέρνηση της αριστεράς. Η συγκρότηση – κατά Γκράμσι - του «ιστορικού» μπλοκ των δυνάμεων της πολιτικής και κοινωνικής ανατροπής, που θα διεκδικήσει την εξουσία και θα αποτελέσει το φορέα μεγάλων ριζοσπαστικών αντικαπιταλιστικών αλλαγών.

Το μεταβατικό πρόγραμμα

Κρίσιμο ζήτημα για τη συγκρότηση του πλειοψηφικού και νικηφόρου λαϊκού μετώπου, είναι το ζήτημα του προγράμματος. Που δεν μπορεί παρά να είναι μεταβατικό και να βρίσκεται σε συνάρθρωση με το σημερινό επίπεδο της λαϊκής συνείδησης. Όχι να υποκύπτει στις αντιφατικότητες και ατέλειές του, αλλά να πατάει πάνω στις αποκτημένες εμπειρίες του λαϊκού παράγοντα και να τους δίνει προωθητική δύναμη, να συμβάλει στο χτίσιμο μιας βαθύτερα ριζοσπαστικής συνειδητότητας.

Το πρόγραμμα αυτό δεν μπορεί παρά να βρίσκεται στον αντίποδα της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας, να μην υποκύπτει στην ευκολία του συμβιβασμού ακόμη και μ’ εκείνες τις αντιλήψεις που ο νεοφιλελευθερισμός έχει καταφέρει να καταστήσει στην κοινωνία ηγεμονικές. Να περιέχει, έστω και εν σπέρματι, έστω και ως πρόπλασμα, τα οραματικά στοιχεία του σοσιαλιστικού αύριο.

Να απαντάει, γειωμένα, εμπεριστατωμένα και με επάρκεια, στις πιεστικές ανάγκες της άμεσης διεξόδου από τη μέγγενη της κρίσης, της ανακούφισης του λαού και της σωτηρίας της χώρας – απ’ αυτό το τελευταίο, άλλωστε, θα κριθούμε.

Ένα τέτοιο προγραμματικό πλαίσιο του κοινωνικού και πολιτικού μετώπου είναι το ακόλουθο:

- Άμεση, μονομερής παύση πληρωμών του δημόσιου χρέους. Λογιστικός έλεγχος, με συμμετοχή κοινωνικών φορέων και διαπραγμάτευση για διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους. Με εξαρχής διακηρυγμένη τη θέση ότι η μη επιτυχής έκβαση της διαπραγμάτευσης θα επιφέρει μονομερείς ενέργειες.

- Κατάργηση όλων των νομοθετημάτων των μνημονίων και ξερίζωμα των μηχανισμών επιτροπείας και υποτέλειας.

- Έλεγχος στην κίνηση κεφαλαίων. Εθνικοποίηση της ΤτΕ.  

- Πέρασμα του τραπεζικού συστήματος στον έλεγχο του δημοσίου χωρίς αποζημίωση. Ουσιαστική ανάκτηση των υφιστάμενων πιστωτικών εργαλείων, με μεταρρυθμίσεις αντίστροφες της μέχρι σήμερα διαδικασίας «φιλελευθεροποίησης» και «απορρύθμισης» και οργανική ένταξη του τραπεζικού συστήματος σε μια σχεδιασμένη κρατική πολιτική, με παρόντα τον κοινωνικό και εργατικό έλεγχο.

- Σεισάχθεια – διαγραφή μεγάλου μέρους των ιδιωτικών χρεών νοικοκυριών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων και ρύθμιση του υπολοίπου, μέτρα εκ των ουκ άνευ αναγκαία για την επανεκκίνηση της οικονομίας.

- Στοχευμένη ενίσχυση παραγωγικών δράσεων. Έμφαση στην εξασφάλιση της διατροφικής και ενεργειακής επάρκειας, την ανασυγκρότηση κρίσιμων τμημάτων του δευτερογενούς τομέα, την ανάπτυξη υποδομών, την προώθηση συνεταιριστικών πρωτοβουλιών, το χτύπημα της ανεργίας. Επανίδρυση των ινστιτούτων και φορέων επιστημονικής έρευνας και τεκμηρίωσης και αξιοποίηση όλου του διαθέσιμου επιστημονικού και τεχνικού δυναμικού, που πρέπει να στρατευτεί στην προσπάθεια οικονομικής ανασυγκρότησης.

- Άμεσα μέτρα ενίσχυσης του λαϊκού εισοδήματος

- Φορολογική μεταρρύθμιση. Κατάργηση των φοροαπαλλαγών του κεφαλαίου, των υπεράκτιων εταιριών και των εφοπλιστών. Βαριά φορολόγηση των πολυεθνικών.

- Επανάκτηση στρατηγικών τομέων από το δημόσιο. Εθνικοποίηση των ραδιοτηλεοπτικών συχνοτήτων και απόδοσή τους σε κοινωνικούς φορείς.

- Εφαρμογή περιορισμών και αυστηρών ελέγχων στην αγορά εργασίας και στο εμπόριο, με έμφαση στα είδη πλατιάς λαϊκής κατανάλωσης. Χτύπημα των ολιγοπωλίων και των καρτέλ.

- Βαθιά δημοκρατική μεταρρύθμιση στο δημόσιο. Αξιολόγηση λειτουργών, στελεχών, τομέων και οργανισμών, με κριτήρια κοινωνικής ανταποδοτικότητας. Εισαγωγή θεσμών (λ.χ. στο εκπαιδευτικό σύστημα) εθελοντικής προσφοράς. Καλλιέργεια, πρώτα και κύρια στους δημόσιους φορείς, νέων παραγωγικών προτύπων, χτύπημα νοοτροπιών παρασιτισμού, ελάσσονος προσπάθειας και συμπεριφορών εχθρικών προς τον πολίτη.

- Τομές και μεταρρυθμίσεις στην Τοπική Αυτοδιοίκηση και την Περιφερειακή οργάνωση, με ορμητική είσοδο της λαϊκής συμμετοχής και εφαρμογή διαδικασιών δημοκρατικού προγραμματισμού.

- Εκδημοκρατισμός στους θεσμούς της δικαιοσύνης, τις ένοπλες δυνάμεις και τα σώματα ασφαλείας. Κατάργηση των ΜΑΤ. Χωρισμός κράτους και εκκλησίας.

- Εισαγωγή λειτουργικών θεσμών κοινωνικού ελέγχου παντού. Εφαρμογή διαδικασιών ανακλητότητας, λογοδοσίας, απολογισμού σε όλα τα επίπεδα. Σε πρώτη φάση, σε κάθε θεσμό που άμεσα ή έμμεσα χρηματοδοτείται από δημόσιο χρήμα και υπηρετεί «καταστατικά» δημόσιο, κοινωνικό ή κοινωφελές συμφέρον.

- Προετοιμασία μιας μεγάλης συνταγματικής μεταρρύθμισης, που πρέπει ν’ αποτελέσει διαδικασία ολόπλευρης και ενεργού λαϊκής συμμετοχής. Τέτοια που θα καταργεί τις νοθεύσεις του νεοφιλελευθερισμού, θα κατοχυρώνει τις αξίες της συλλογικότητας, της αλληλεγγύης, της ουσιαστικής ισονομίας και ισοτιμίας, των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, των δημόσιων και κοινωνικών αγαθών, θα ευνοεί την ανάπτυξη νέων συνεταιριστικών, συλλογικών μορφών ιδιοκτησίας και παραγωγικής δράσης. Θα νοηματοδοτεί με ουσιαστικό περιεχόμενο τη δημοκρατία.

Σε μεγάλο βαθμό είναι απόλυτα συμβατό με το προγραμματικό πλαίσιο του Σύριζα, που παρουσιάστηκε στην Αθηναΐδα.

Η δυναμική αυτού του προγράμματος δεν αφορά μόνο ή κυρίως προεκλογικές σκοπιμότητες. Είναι πρωτίστως πρόγραμμα πάλης, που πρέπει να γονιμοποιηθεί από τη συλλογική επεξεργασία μαζί με τον αγωνιζόμενο κόσμο της εργασίας, να εξειδικευτεί σε επιμέρους χώρους και τομείς, να συναρθρωθεί με τα συμφέροντα των συμμαχικών κοινωνικών στρωμάτων. Είναι προφανές ότι η εφαρμογή του από μια κυβέρνηση της αριστεράς δεν προσκρούει απλώς σε τεχνικές δυσκολίες – υπάρχουν ασφαλώς και τέτοιες - αλλά η βήμα το βήμα κατάκτησή του θα συναντά τη λυσσώδη αντίσταση των κυρίαρχων κύκλων: των αστικών ελίτ τόσο των εγχώριων όσο και των διεθνών – και κυρίως φυσικά των ευρωπαϊκών. Ορισμένες εκτιμήσεις μερίδας της ηγετικής ομάδας του ΣΥΝ ότι θα μπορούσε μια κυβέρνηση της αριστεράς να συνάψει έναν αξιοπρεπή συμβιβασμό με τους ιθύνοντες μηχανισμούς της ευρωζώνης είναι, κατά τη γνώμη μας, επικίνδυνα αφελείς και θα πρέπει να αναθεωρηθούν το συντομότερο δυνατό.

Ο αγώνας για την εφαρμογή του προγράμματος προϋποθέτει αφενός τη μέγιστη δυνατή συγκέντρωση κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων και αφετέρου την ολόπλευρη προετοιμασία του λαϊκού παράγοντα για τις μεγάλες δυσκολίες που θα απαντώνται σε κάθε καμπή της μάχης. Συνεπώς, τα επικοινωνιακά κόλπα, οι τακτικισμοί, η πολυγλωσσία ανάλογα με το ακροατήριο και οι κάθε είδους διφορούμενοι «χρησμοί» λίγη αξία έχουν. Το πρόγραμμα της αριστεράς δεν μπορεί να έχει κρυφές σελίδες και κεφάλαια επτασφράγιστα στο συρτάρι.

Είναι, επίσης, σαφές ότι η παραπάνω προγραμματική πρόταση δεν απαντά στο επίμαχο θέμα της ευρωζώνης, του ευρώ και της Ε.Ε. Καθώς, είναι γνωστό ότι οι διαφορετικές προσεγγίσεις εντός της αριστεράς είναι υπαρκτές. Όπως επίσης και οι αντιφατικότητες που παρουσιάζει το επίπεδο της λαϊκής συνείδησης. Είναι, όμως, εξίσου σαφές ότι θα πρέπει να υπάρξει, ως ικανή και αναγκαία συνθήκη, μια ελάχιστη προγραμματική δέσμευση, που θα εξασφαλίζει ότι δεν θα διαψευστούν οι λαϊκές προσδοκίες που επενδύονται πάνω μας: ότι δεν θα σταθεί για μας όριο η διάσωση του ευρώ, η εξασφάλιση της τροϊκανής χρηματοδότησης και η πιθανότητα ρήξης με τη ΖτΕ και την Ε.Ε., προκειμένου να προχωρήσουμε στην υλοποίηση των προγραμματικών μας στόχων. Έτσι όπως άλλωστε αυτοί συγκροτήθηκαν, στην ελάχιστη βάση ενότητας και παρουσιάστηκαν στην Αθηναΐδα. Κι αυτό θα πρέπει να περιλαμβάνεται με σαφήνεια στη Διακήρυξη που θα συντάξει η επικείμενη Πανελλαδική Συνδιάσκεψή μας.

Η πορεία προς την ενιαιοποίηση του Σύριζα

Ο Σύριζα αποτελεί τον κορμό των δυνάμεων του μετώπου για την ανατροπή και την προοδευτική αναγέννηση της ελληνικής κοινωνίας. Οφείλει, χωρίς ηγεμονισμούς και προπάντων χωρίς προσχηματική φιλολογία περί ενότητας, να επιμείνει στη γραμμή της μετωπικής συμπόρευσης με τις άλλες αριστερές δυνάμεις: Κ.Κ.Ε., Ανταρσύα, Μέτωπο Αλληλεγγύης και Ανατροπής.

Ο ίδιος ο Σύριζα είναι ένα προνομιακό πεδίο ιδεολογικών και πολιτικών διεργασιών. Οι οποίες, όμως, στην πορεία προς την ενιαιοποίησή του, δεν μπορεί ν’ αποτελέσουν επίδικο μηχανισμών και συμψηφισμών κορυφής. Αντίθετα πρέπει ν’ αναδυθούν και να γίνουν αντικείμενο ευρείας συζήτησης, ώσμωσης, αντιπαράθεσης και προωθητικών συνθέσεων.

Στη συζήτηση που έχει ήδη ξεκινήσει και αφορά τη φυσιογνωμία μας, εμείς τοποθετούμαστε με σαφήνεια: Δεν μας αφορά η προοπτική της μετεξέλιξης του Σύριζα σε μεγάλη δημοκρατική παράταξη. Αντίθετα είμαστε στρατευμένοι με προσήλωση στην υπόθεση της συγκρότησης μιας ευρύχωρης, μαχητικής ριζοσπαστικής αριστεράς.

Δεν μας αφορά η διολίσθηση σ’ έναν κομματικό φορέα που θα προσομοιάζει περισσότερο με εκλογικό μηχανισμό, ενιαίο μεν προεδρικό δε. Αποκρούουμε τη φιλολογία που αναπτύσσεται – κατά τη γνώμη μας σχεδιασμένα και συνειδητά – να ενισχυθεί προεδροκεντρικά ο Σύριζα ώστε δήθεν να αναπτυχθεί ένα υπερτροφικό κέντρο εξουσίας και ισχύος που θα εγγυάται την ενότητα και την «ενιαία έκφραση». Αυτή η λογική αντιστοιχεί σε ποπουλιστικά κόμματα και δεν έχει σχέση με την παράδοση και τις αρχές της αριστεράς. Θέλουμε το Σύριζα κόμμα των μελών του, ως πρωτότυπο, αντιφατικό, συμμαχικό εγχείρημα της πληθυντικής αριστεράς: των ιδεολογικοπολιτικών ρευμάτων και όχι άθροισμα και μέσο όρο των παραγόντων και των μηχανισμών.

Δεν μας αφορά ένας κάποιος πλαδαρός δημοκρατισμός, ο οποίος κατ’ ουσία θα επισημοποιεί την κυριαρχία των ηγετικών ομάδων και της κάστας των επαγγελματικών στελεχών. Αλλά η καταστατική εδραίωση των αρχών της δημοκρατίας των μελών, της ανακλητότητας, της λογοδοσίας, του περιορισμού των θητειών, της κατάργησης των αριστίδην εκπροσώπων. Και η οργανική σύνθεση αυτών των αρχών με την ανάγκη να οικοδομήσουμε ένα μεγάλο, ανατρεπτικό και προπάντων αξιόμαχο πολιτικό φορέα.

Δεν συμμεριζόμαστε κάποια φοβικά σύνδρομα  συντρόφων - και μάλιστα κοντινών σε μας ιδεολογικοπολιτικών ρευμάτων -  απέναντι στην προοπτική να «ανοίξει» ο Σύριζα. Ίσα-ίσα, με εμπιστοσύνη και αυτοπεποίθηση στην ιδεολογικοπολιτική μας συγκρότηση, πρέπει να πρωτοστατήσουμε σ’ αυτό το άνοιγμα μέσα στην κοινωνία και πιστεύουμε ότι πρέπει οι δικές μας απόψεις να συναντηθούν γόνιμα μ’ αυτή την ορμητική είσοδο του αυθεντικού λαϊκού ριζοσπαστισμού.

Τα ζητήματα αυτά θα κριθούν πριν απ’ όλα από το κατά πόσο οι δυνάμεις εντός του Σύριζα, μαρξιστικής εκκίνησης και αντικαπιταλιστικής αναφοράς, θα μπορέσουν μέσα από ανασυνθετικές και διαφανείς διαδικασίες να βρουν έναν κοινό βηματισμό στην κατεύθυνση να συγκροτηθεί μια ισχυρή αριστερή πτέρυγα. Και απευθύνουμε ανοιχτά την πρόσκληση για τη συνάντηση αυτή ενόψει της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης.

Οι παραπάνω σκέψεις πολύ απέχουν από το να είναι ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για την οργανωτική ανασυγκρότηση του Σύριζα. Σκιαγραφούν αδρά όμως τις βασικές κατευθυντήριες γραμμές για τη φυσιογνωμία και τα χαρακτηριστικά μιας πορείας προς τη διαδικασία της ανασυγκρότησης, που έχει ανοίξει. Και αναμένουν να συναντηθούν με όλα τα υπόλοιπα ρεύματα εντός του Σύριζα, με τα οποία έχουμε κοινές αφετηρίες και κοινές επιδιώξεις.

Προσθήκη σχολίου

Make sure you enter the (*) required information where indicated.Basic HTML code is allowed.

επιστροφή στην κορυφή