english

Η Μεσογειακή λεκάνη ως γεωπολιτικό φαινόμενο. Αραβικός εθνικισμός και ισλαμικός φονταμενταλισμός

Η Μεσογειακή λεκάνη ως γεωπολιτικό φαινόμενο. Αραβικός εθνικισμός και ισλαμικός φονταμενταλισμός

Του Γιάννη Πιλαφτσή.

Τις τελευταίες δεκαετίες, ιδιαίτερα μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», έχουμε σημαντικές μεταβολές στην παγκόσμια κατάσταση. Ο κόσμος έγινε πιο περίπλοκος και πιο επικίνδυνος, με παλιές και νέες συγκρούσεις, όπως η τελευταία κρίση στη νοτιοανατολική μεσογειακή περιοχή, που διαμορφώνεται από τις πολιτικές, τα συμφέροντα, τις δράσεις, συνεργασίες ή αντιπαραθέσεις.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η προσέγγιση του στρατηγικού περιβάλλοντος στην Ανατολική Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή και τον αραβικό κόσμο, που θα καθοδηγήσουν τις γεωπολιτικές αναλύσεις και εξελίξεις για μια μεγάλη περίοδο.

Η ριζική αλλαγή του κόσμου και ο επιταχυνόμενος ρυθμός των συνεχών πολιτικών μεταμορφώσεων μας καθηλώνει άναυδους. Ο καπιταλισμός βουλιάζει σε μια κρίση με άδηλο τέλος. Ένα νέο συνεχώς μεταβαλλόμενο γεωπολιτικό τοπίο διαμορφώνεται σε παγκόσμια κλίμακα.

1. Το «τρίγωνο της κρίσης»

Η σε βάθος εξέταση των κρίσεων που προκύπτουν σε διάφορες περιοχές του κόσμου μας οδηγεί σε συμπεράσματα ως προς τις αιτίες και τις αφορμές, όχι όπως αυτές επιφανειακά παρουσιάζονται, αλλά ως προς τις πραγματικές γενεσιουργές αιτίες.

Παρατηρούμε ένα νοητό τρίγωνο του οποίου οι κορυφές βρίσκονται στην Ανατολική Μεσόγειο, την Κασπία Θάλασσα και τον Περσικό Κόλπο. Σε μια περιοχή που αποτελεί σημείο επαφής τριών ηπείρων και πολλών πολιτισμών. Μια περιοχή όπου βρίσκεται κι από όπου περνούν οι δρόμοι μεταφοράς συντριπτικού ποσοστού του παγκόσμιου πετρελαίου –κινητήριας δύναμης της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας και του πολιτισμού της.

Οι ειδικοί της γεωπολιτικής και της στρατηγικής συμφωνούν στην εκτίμηση ότι ο ισλαμισμός αναδεικνύεται ως ο «απόλυτος εχθρός» του αιώνα μας. Κάτω από την πίεση της ανάγκης, εφηύραν νέες απειλές, και για να δικαιολογήσουν τις δαπάνες εξοπλισμών επεξεργάζονται αμυντικά δόγματα για την αντιμετώπιση του «εξωτερικού εχθρού».

2. Ο ανταγωνισμός των Μεγάλων Δυνάμεων

Η στρατηγική αξία της μεσογειακής λεκάνης και της ευρύτερης περιοχής που την περιβάλλει εξακολουθεί να υφίσταται σήμερα σε πολύ υψηλό βαθμό, γεγονός που αποδεικνύεται από το έντονο ενδιαφέρον των Μεγάλων Δυνάμεων (ΗΠΑ, Ρωσίας, ΕΕ και τελευταία η Κίνα) και την παρουσία τους, κυρίως με αεροναυτικές δυνάμεις και στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Γεγονός είναι ότι η Μεσόγειος παραμένει πεδίο έντονων αντιπαραθέσεων και ανταγωνισμών, σύγκρουσης συμφερόντων και γεωστρατηγικών επιδιώξεων.

Από τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο μέχρι σήμερα, ο αραβικός κόσμος περνάει από διάφορες φάσεις. Τρεις είναι οι κύριες μορφές του «ανατολικού ζητήματος», που συμβολίζει μια μείζονα αλλαγή στο διεθνή συσχετισμό δυνάμεων. Η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία, αποικιοκρατικές δυνάμεις, δεν καταλαμβάνουν πλέον την κεντρική σκηνή της παγκόσμιας πολιτικής.

Στην περίοδο της «χρυσής εποχής» του καπιταλισμού, η Ευρώπη «αιφνιδιάζεται» για πρώτη φορά μετά από μια τόσο μεγάλη περίοδο (1871-1914) εσωτερικής και εξωτερικής σταθερότητας και ειρήνης. Είναι η εποχή της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού με την υποδούλωση και τη σφαγή των «βαρβάρων» που «απειλούσαν» τον «πολιτισμένο» Δυτικό κόσμο. Όταν όμως οι κατακτήσεις ολοκληρωθούν, οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις θα οδηγηθούν το 1914-1918 στο μακελειό του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου για το μοίρασμα του κόσμου.

Το οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διαδραματίστηκε ο Α’ Παγκόσμιος ιμπεριαλιστικός πόλεμος, χαρακτηρίζεται από συνθήκες γενικευμένου φιλελευθερισμού, ατροφικά «ανεπτυγμένο» κράτος, πολιτικές σκληρού νομίσματος και νομισματικές ισοδυναμίες με βάση το βρετανικό κανόνα χρυσού. Θα δοθεί μεγάλη ώθηση στο διεθνές εμπόριο και τις επενδύσεις. Θα αναδυθούν τα πολυεθνικά τραστ και καρτέλ ως νέοι «πρωταγωνιστές» της παγκόσμιας οικονομίας. Η αλληλοδιείσδυση ανάμεσα στις χώρες θα φθάσει σε πολύ υψηλό βαθμό και θα οδηγήσει σε εθνικισμούς, διακρίσεις, ανταγωνισμούς και συγκρούσεις. Οι εκατόμβες των νεκρών του Α’ παγκοσμίου πολέμου, η παρακμή της Ευρώπης και η δυναμική εμφάνιση των ΗΠΑ –που αρχίζουν να αναδεικνύονται σε μεγάλη ανταγωνιστική δύναμη– θα ανοίξουν τη συζήτηση για την αναγκαιότητα της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Βρισκόμαστε σε μια στροφή της ιστορίας. Μια στροφή της ιστορίας που σημαδεύεται από το πέρασμα σε μια νέα εποχή, αυτήν του ιμπεριαλισμού, από την εμπλοκή ολόκληρης της ανθρωπότητας σε έναν ιμπεριαλιστικό πόλεμο, από το πέρασμα της συντριπτικής πλειοψηφίας του εργατικού κινήματος με την πλευρά των αστικών τάξεων. Τα πολυεθνικά τραστ και καρτέλ γίνονται οι «νέοι πρωταγωνιστές» της παγκόσμιας οικονομίας, γεγονός που θα ωθήσει ορισμένους να συμπεράνουν ότι οι εθνικισμοί, οι διακρίσεις, οι ανταγωνισμοί και οι συγκρούσεις είναι ξεπερασμένοι. Για τους οπορτουνιστές της Β’ Διεθνούς, όλα τα παραπάνω θεωρούνται αντικειμενική εξέλιξη μέσα στα πλαίσια μιας οργάνωσης του κεφαλαίου σε παγκόσμια κλίμακα και παρά τους φόβους που ενέπνεαν, αποτελούσαν εγγύηση για την ειρήνη, την ευημερία και τη σταθερότητα.

Η στροφή της ιστορίας απαιτούσε μια τιτάνια προσπάθεια –εκφρασμένη από τον Λένιν– της σκέψης και της δράσης, ώστε να προσδιοριστούν οι βαθύτερες διεργασίες και οι κυριότερες τάσεις της νέας εποχής και στη βάση αυτών των προσδιορισμών να τεθούν ανάλογα καθήκοντα. Σε μια περίοδο παροξυσμού των θεωριών (Χόμπσον, Κάουτσκι κλπ) για τις ολοκληρώσεις και τις διεθνοποιήσεις (δε χωράει αμφιβολία ότι και σήμερα αφθονούν και κυριαρχούν τέτοιες ακριβώς θεωρίες) ο Λένιν γράφει μία σειρά από κείμενα που στοχεύουν να ικανοποιήσουν συγκεκριμένες θεωρητικές και πολιτικές ανάγκες της εποχής. Το ενδιαφέρον αυτών των κειμένων έγκειται στο ότι κατορθώνει να θέσει αρκετά προγραμματικά στοιχεία του κομμουνιστικού κινήματος στη νέα εποχή του ιμπεριαλισμού. Αντικρούοντας τις απόψεις των αποστατών της Β’ Διεθνούς , ο Λένιν θα υποστηρίξει ότι: η παγκοσμιοποίηση οξύνει εν δυνάμει τους ανταγωνισμούς, η μακροχρόνια ύφεση στην Ευρώπη εγκαινιάζει ένα ανώτερο στάδιο σήψης και αποσύνθεσης του καπιταλισμού, στο οποίο κυριαρχούν ο παρασιτισμός, οι ραντιέρηδες, τα χρηματιστήρια και οι τράπεζες σε βάρος του παραγωγικού κεφαλαίου και της απασχόλησης. Το κεφάλαιο, ενώ διεθνοποιείται, παραμένει πάντα εθνικά προσδιορισμένο για τις ανάγκες της λειτουργίας και της αποδοτικότητάς του. Η ενότητα της παγκόσμιας οικονομίας είναι πάντα δεδομένη, η πρακτική λειτουργία του διεθνούς συστήματος εμπεριέχει ανταγωνισμούς και αντιφάσεις που μπορούν να αποβούν εκρηκτικές.

Μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο ο αραβικός εθνικισμός ως κίνημα διακήρυξε την εχθρότητά του απέναντι στη βρετανική αποικιοκρατία. Στις 2 Νοεμβρίου 1945 έγιναν διαδηλώσεις. Στις 29 Νοεμβρίου 1947, η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ υιοθετεί το σχέδιο για το διαμοιρασμό της Παλαιστίνης και στις 14 Μαΐου ο ΟΗΕ ανακήρυξε το κράτος του Ισραήλ. Ταυτόχρονα ξεσπά ο πρώτος αραβοϊσραηλινός πόλεμος.
Η Δύση και κυρίως οι ΗΠΑ θεωρούσαν τον ισλαμικό φονταμενταλισμό και τον αραβικό εθνικισμό σαν κάτι που είναι το ίδιο.

Ο Μάο τσε Τουγκ από τις αρχές του 1960 θεωρούσε τον παναραβισμό σαν την προσπάθεια της ανερχόμενης αστικής τάξης για οικονομικοκοινωνική ανάπτυξη και χειραφέτηση, σε αντίθεση με τον ισλαμικό φονταμενταλισμό. Από τότε η αραβική κρίση περνούσε από διάφορες καταστάσεις. Εκατό χρόνια από το μακελειό του Α’ Παγκοσμίου πολέμου, ζούμε μια μεταμοντέρνα εκδοχή του υπεριμπεριαλισμού με μια νέα ιερά συμμαχία να διαμορφώνεται.

3. Αραβική άνοιξη ή αραβικός χειμώνας;

Το τέλος του «Ψυχρού Πολέμου» δεν σηματοδοτεί μόνο νέες ισορροπίες στις διεθνείς πολιτικές, στρατιωτικές και οικονομικές σχέσεις, αλλά δημιουργεί και νέες σοβαρότατες εμπλοκές ανάμεσα στις βασικές καπιταλιστικές χώρες, που κάτω από ορισμένους όρους μπορούν να μετατραπούν σε ρήξεις. Η σημερινή κοινωνική πραγματικότητα, οι συγκρούσεις και οι ανταγωνισμοί σ’ ολόκληρο τον πλανήτη προαναγγέλλουν έναν εκρηκτικό κόσμο.

Οι κυριότερες μεταβολές που προκλήθηκαν άμεσα ή έμμεσα πριν από 25 χρόνια με τις «βελούδινες επαναστάσεις», συνεχίστηκαν με τη βαλκανική κρίση, τον πρώτο και τον δεύτερο πόλεμο στον Περσικό Κόλπο, με την «επανάσταση του γιασεμιού», την πλατεία Ταχρίρ στην Αίγυπτο, τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Η αραβική «άνοιξη» που χαιρετίστηκε σαν εμβάθυνση της δημοκρατίας και της κοινωνίας των πολιτών στις χώρες αυτές, αποδείχτηκε αραβικός χειμώνας.

Όμως, μια κοινωνία συνεχής, που «τραβάει» το δρόμο της χωρίς ρήξεις και ασυνέχειες, χωρίς άλματα, χωρίς απότομες αλλαγές και επαναστάσεις, θα ήταν ένας κόσμος μαλθακός και βαρετός. Μια κοινωνία μέσα στην οποία όλα τα φαινόμενα θα εξελίσσονταν με μαλθακό τρόπο και τακτοποιημένα, θα ήταν μια κοινωνία γεροντική.

Ο ΑΡΑΒΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

1. Η σύγκρουση με τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις και η αποικιοκρατία

Η ονομασία «Άραβες» αναφερόταν αρχικά στους λαούς της αραβικής χερσονήσου. Σήμερα χρησιμοποιείται επίσης για τους πληθυσμούς που κατοικούν στις χώρες των οποίων κύρια γλώσσα είναι η αραβική, δηλαδή για τους πληθυσμούς του Ιράκ, της Ιορδανίας, του Λιβάνου, της Συρίας και της Αιγύπτου, αλλά και δυτικότερα, μέχρι τον Ατλαντικό, στην περιοχή που αποκαλείται Μαγκρέμπ και περιλαμβάνει τη Λιβύη, την Τυνησία, την Αλγερία, τη Μαυριτανία και το Μαρόκο.

Από τον 7ο αιώνα και μετά, οι Άραβες σταδιακά εξαπλώθηκαν στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική διαδίδοντας τη γλώσσα και τη θρησκεία τους. Στους αιώνες που ακολούθησαν, οι Άραβες μετατράπηκαν από κατακτητές σε υπόδουλους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τη σταδιακή διάλυσή της, μετά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο δεν τη διαδέχθηκε η δημιουργία ανεξάρτητων κρατών, αλλά η κατάληψη των περιοχών αυτών και η δημιουργία αποικιών από τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις.

Οι αποικιοκράτες επέβαλαν γεωγραφικά όρια, τα οποία αντανακλούσαν περισσότερο την μεταξύ τους ισορροπία δυνάμεων. Όπως εύκολα διαπιστώνουμε, κυρίως στην περίπτωση των αραβικών κρατών της Βόρειας Αφρικής κάποια σύνορα χαράχτηκαν σε ευθείες γραμμές, ενώ σε άλλες περιοχές χαράχτηκαν χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι εθνοτικές πραγματικότητες. Το τελευταίο αποτέλεσε αργότερα, μετά την ανεξαρτησία των χωρών αυτών, κύρια αιτία εμφύλιων συγκρούσεων με σημαντικές, δυσμενείς οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες. Ωστόσο, κατά την πρώτη Σύνοδο του Οργανισμού Αφρικανικής Ενότητας στο Κάιρο, το 1964, αποφασίστηκε ότι τα αυθαίρετα χαραγμένα όρια που είχαν κληρονομήσει από τους αποικιοκράτες ήταν και απαραβίαστα.

Η Μέση Ανατολή, που βρισκόταν για αιώνες υπό την επικυριαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (1516-1918), μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν οδηγήθηκε σε νομιμοποίηση των τοπικών ηγεμονιών, αλλά στον άμεσο έλεγχο της περιοχής αυτής του Αραβικού Κόσμου από τις Μεγάλες δυνάμεις, πρωτίστως τη Μεγάλη Βρετανία και δευτερευόντως τη Γαλλία.

Με απόφαση της Κοινωνίας των Εθνών ανατέθηκε η εντολή για την μεν Συρία και το Λίβανο στη Γαλλία, για την δε Παλαιστίνη (σημερινό Ισραήλ), την τότε Υπεριορδανία και το σημερινό Ιράκ στην Μεγάλη Βρετανία. Η Συρία χωρίστηκε σε τρεις αυτόνομες επαρχίες (Συρία, περιοχή Αλαουιτών, περιοχή Δρούζων). Η θέση του νέου κράτους του Ιράκ είχε ιδιαίτερη στρατηγική σημασία για τους Βρετανούς, διότι βρισκόταν μεταξύ του Περσικού Κόλπου και των αραβικών Εμιράτων και τους παρείχε τη δυνατότητα να ελέγχουν την περιοχή αυτή, ενώ τα άλλα δύο προτεκτοράτα τους –Παλαιστίνη και Υπεριορδανία– μπορούσαν να ελέγχουν τη Μεσόγειο και την Αίγυπτο. Το Ιράκ απέκτησε πρώτο την ανεξαρτησία του το 1930. Το 1936 αναπτύχθηκε ένα σχέδιο για την ανεξαρτησία της Συρίας, αν και η ανεξαρτησία θα έρθει αργότερα –όπως και για το Λίβανο– αμέσως μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η αποχώρηση των αποικιοκρατικών δυνάμεων από την Αφρική πραγματοποιήθηκε μετά το 1950, αρχής γενομένης από τις χώρες της Βόρειας Αφρικής, με εξαίρεση την Αλγερία. Η Λιβύη απέκτησε την ανεξαρτησία της το 1951, το Μαρόκο και η Τυνησία το 1956, ενώ το Σουδάν το 1958. Αν και στις περισσότερες περιπτώσεις η ανεξαρτησία παραχωρήθηκε, δεν κερδήθηκε, στην περίπτωση της Αλγερίας τα πράγματα εξελίχθηκαν πολύ διαφορετικά. Απαιτήθηκε ένας οκταετής αιματηρός πόλεμος εναντίον των γαλλικών δυνάμεων κατοχής, για να κατακτήσει τελικά την ανεξαρτησία της το 1960.

2. Παναραβισμός ή αραβικός εθνικισμός και ισλαμικός φονταμενταλισμός

Ο μετασχηματισμός του ισλαμικού εκσυγχρονισμού σε ένα ριζοσπαστικό εθνικισμό, που άρχισε το 19ο αιώνα, ήταν το αποτέλεσμα της παρακμής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας –κυρίως στις αραβόφωνες περιοχές, που ζούσαν σε κατάσταση απόλυτης εξαθλίωσης– της εξάπλωσης της κοσμικότητας, της ανάδυσης μιας νέας τάξης που αποτελούνταν από γνώστες των νεότερων επιστημών και τεχνικών, και της ανάπτυξης μιας οικονομίας εξαρτημένης από την Ευρώπη.

Στις αρχές του 20ού αιώνα, ο αραβικός εθνικισμός αναπτύχθηκε στις περιοχές που ήταν υπό την άμεση Οθωμανική εξουσία, που με τα σημερινά δεδομένα εντοπίζονται στη Συρία, το Λίβανο, την Παλαιστίνη, την Ιορδανία, την Αίγυπτο και το Ιράκ. Οι χώρες του Περσικού Κόλπου από εθνική άποψη δεν είχαν την ίδια επιρροή που είχαν οι προαναφερθείσες χώρες της Νοτιοανατολικής Μεσογείου.

Από την άλλη, οι χώρες του Μαγκρέμπ δεν είχαν ιδιαίτερη συμβολή στην ανάπτυξη του αραβικού εθνικισμού για δύο λόγους: α) λόγω της θετικής εικόνας που είχαν για την Οθωμανική Αυτοκρατορία, που εξηγείται από το γεγονός ότι στους πληθυσμούς αυτούς δεν εφαρμόστηκε το άμεσο οθωμανικό καθεστώς, αλλά συμμετείχαν κι αυτοί στην εξουσία, και β) επειδή, μετά τη συρρίκνωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αυτές οι χώρες άρχισαν η μία μετά την άλλη να υποτάσσονται στις αποικιοκρατικές δυνάμεις.

Η αποικιοκρατία έπαιξε σημαντικό ρόλο στην εθνική αφύπνιση των Αράβων, που οδήγησε σε τάσεις, κινήσεις και αγώνες αντιαποικιακούς και επαναστατικούς. Ο παναραβισμός θεωρήθηκε ως η μόνη δύναμη ικανή να τους οδηγήσει σε τροχιά ανάπτυξης από τα κατάλοιπα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της αποικιοκρατίας. Η Δαμασκός ήταν το κέντρο του αραβικού εθνικισμού και οι Άραβες της Συρίας οι κύριοι εκφραστές του.

Στα μέσα του 20ούαιώνα, έκφραση του αραβικού εθνικισμού ήταν η συνένωση των αραβικών κρατών στο πλαίσιο του Αραβικού Συνδέσμου με σκοπό την αντιμετώπιση θεμάτων κοινού ενδιαφέροντος.

Ας δούμε πώς ιδρύθηκαν τα κράτη της Βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής –μετά την περίοδο της αποικιοκρατίας– για να κατανοήσουμε κάποιες από τις πολιτικές καταστάσεις που επικρατούν μέχρι σήμερα.

Κατά την αποικιοκρατία, κυρίως στην Τυνησία, την Αίγυπτο και την Αλγερία, η ευρωπαϊκή κυριαρχία συνάντησε αρνητική υποδοχή, διότι δημιούργησε κοινωνικές ανισότητες σε όλα τα επίπεδα. Η κατάσταση που δημιουργήθηκε, σταδιακά οδήγησε στην κατάληψη της εξουσίας με στρατιωτικά πραξικοπήματα, και στην προώθηση μεταρρυθμίσεων στην εσωτερική οργάνωση και τη λειτουργία των κρατών τους, αλλά και στους προσανατολισμούς της εξωτερικής τους πολιτικής.

Στις αραβικές χώρες της Βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής τα πράγματα μετά την ανεξαρτησία τους εξελίχθηκαν ως εξής:

1) Στη Λιβύη, την 1η Σεπτεμβρίου 1969, ο 28χρονος συνταγματάρχης Μουαμάρ Καντάφι με μια μικρή ομάδα αξιωματικών ανέτρεψε το βασιλιά, κατάργησε την βασιλεία και ίδρυσε τη Μεγάλη Σοσιαλιστική Λαϊκή Αραβική Τζαμαχιρία της Λιβύης.

2) Η Τυνησία απέκτησε την ανεξαρτησία της από τη Γαλλία τον Μάρτη του 1956 με συνθήκη που υπεγράφη στο Παρίσι. Ο ηγέτης του αγώνα για την ανεξαρτησία, Αμπίμπ Μπουργκίμπα, αποσύρθηκε για λόγους υγείας και τον διαδέχθηκε ο τότε πρωθυπουργός Μπεν Αλί, που εξαναγκάστηκε σε αυτοεξορία τον Γενάρη του 2011 με την «Αραβική Άνοιξη».

3) Το Μαρόκο αποτελεί τη μοναδική ίσως χώρα όπου δεν υπήρξαν έντονες εσωτερικές αντιπαραθέσεις ή εναλλαγές στην εξουσία. Μετά την ανεξαρτησία στις 2 Μαρτίου 1956 κυβερνάει η δυναστεία των Αλαουιτών. Από το 1999 κυβερνάει ο γιος τού Χασάν, Μοχάμεντ VI, ο οποίος πιεζόμενος για μεταρρυθμίσεις και αλλαγές προχώρησε σε σημαντικές καινοτομίες και εκσυγχρονισμούς στη λειτουργία του κράτους, τους θεσμούς και την πολιτική ζωή.

4) Η Αλγερία ήταν η τελευταία αραβική χώρα που απέκτησε την ανεξαρτησία της το 1962 με τον Μπεν Μπελά επικεφαλής του Εθνικού Απελευθερωτικού Στρατού (FLN) κατά των Γάλλων. Το 1965 ο Μπουμεντιέν, υπουργός Άμυνας, ανέτρεψε τον Μπεν Μπελά και ανέλαβε πρόεδρος της χώρας μέχρι το θάνατό του. Από τότε στην Αλγερία (1978) τα ισλαμικά στοιχεία εμφανίζονται ως θρησκεία αλλά και ως αντίληψη πολιτισμού. Έτσι επανέρχονται σαν βασικό στοιχείο της αναζητούμενης εθνικής ταυτότητας, η οποία είχε αποσυντεθεί επί γαλλικής κατοχής.

5) Στην Ανατολική Μεσόγειο τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά, μιας και εκτός από τα νέα αραβικά κράτη, καταλυτικός παράγοντας για την ισορροπία στην περιοχή ήταν η ίδρυση του κράτους του Ισραήλ. Στην Αίγυπτο –της οποίας την ανεξαρτησία αναγνώρισε η Μεγάλη Βρετανία από το 1922, αν και στην πράξη παρέμεινε υπό την κατοχή της– τη διακυβέρνηση ανέλαβε ο διάδοχος του αιγυπτιακού θρόνου Φαρούκ.
Η Αίγυπτος καταλαμβάνει μια μοναδική θέση στον αραβικό κόσμο. Στις 23 Ιουλίου 1952 μια ομάδα αξιωματικών του αιγυπτιακού στρατού, οι «Ελεύθεροι Αξιωματικοί», κατέλαβαν την εξουσία, κατήργησαν τη βασιλεία και ανακήρυξαν τη Αιγυπτιακή Αραβική Δημοκρατία. Το 1956 την Αρχή του κινήματος ανέλαβε ο συνταγματάρχης Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ. Η επανάσταση του Νάσερ εγκαινίασε μια περίοδο εθνικισμών στον αραβικό κόσμο, λιγότερο κοσμική στη σχέση της με τη θρησκεία, αλλά με μια περισσότερο κοινωνική πολιτική.

Ο Νάσερ πέτυχε μια πρωτόγνωρη δημοτικότητα, όχι μόνο στην Αίγυπτο αλλά σε ολόκληρο τον αραβικό κόσμο. Παράλληλα υπήρξε ένας από τους πρωταγωνιστές του «Κινήματος των Αδέσμευτων. Απέκτησε τον γενικό θαυμασμό από όλους τους Άραβες για την υποστήριξη στον παναραβισμό, για το κοινωνικό του πρόγραμμα, την εθνικοποίηση της Διώρυγας του Σουέζ, αλλά και τη στάση του απέναντι στην αγγλο-γαλλική επέμβαση του 1956. Όμως, η σφοδρή αντίθεσή του στο Ισραήλ και η κριτική στη Δύση, είχαν σαν συνέπεια να χάσει την αμερικανική και ευρωπαϊκή υποστήριξη, γεγονός που τον ανάγκασε να στραφεί προς τη Σοβιετική Ένωση για τεχνική και στρατιωτική βοήθεια, προκειμένου να αντιμετωπίσει το Ισραήλ που εξοπλιζόταν από τις ΗΠΑ.

6) Διαφορετική ήταν η εξέλιξη στη Συρία, όπου μετά από διάφορες εναλλαγές στην εξουσία, κατά βάση με την άμεση ή έμμεση παρέμβαση κυρίως των Γάλλων, η χώρα πήρε φιλοσοβιετική κατεύθυνση, ενώ από το 1957 άρχισε να παίρνει βοήθεια από την ΕΣΣΔ. Η Συρία δεν έχει την ομοιογένεια και τη συνοχή της αιγυπτιακής κοινωνίας. Ως άμεσα διοικούμενη οθωμανική επαρχία επί 405 χρόνια, η Συρία δεν γνώρισε τον εκσυγχρονισμό στο βαθμό που τον έζησε η Αίγυπτος υπό τον Μοχάμεντ Αλί και την βρετανική αποικιοκρατική παρουσία.

Η χώρα διαθέτει ιδιαίτερη γεωπολιτική θέση, ανάμεσα στην Μεσόγειο, την Τουρκία, το Ισραήλ και την Παλαιστίνη, ενώ δεν θα πρέπει να παραβλέπεται η εγγύτητά της αλλά και ο δεσμός της (πολιτικός και θρησκευτικός) με το Ιράν. Αν και η πλειοψηφία του πληθυσμού της χώρας είναι Σουνίτες, στην ιστορία της έπαιξαν κατά καιρούς κύριο ρόλο οι Σιίτες, οι οποίοι έχουν στα χέρια τους την εξουσία τα τελευταία πενήντα χρόνια.

Η Ένωση με την Αίγυπτο το 1958 ήταν κυρίως η προσπάθεια της Συρίας να βγει από την εσωτερική πολιτική αστάθεια και τα στρατιωτικά πραξικοπήματα της περιόδου 1949-1963, ώσπου έγινε πρόεδρος της χώρας το 1970 ο στρατηγός Χαφέζ Αλ Άσαντ, αξίωμα που διατήρησε μέχρι το θάνατό του τον Ιούνιο του 2000, οπότε και τον διαδέχθηκε ο γιος του Μπασάρ. Ο Άσαντ κυβέρνησε δικτατορικά, ενώ αναλαμβάνοντας την εξουσία εξαφάνισε χωρίς οίκτο τους αντιπάλους του, μεταξύ των οποίων οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι. Παράλληλα, διώξεις και φυλακίσεις υπέστησαν και οι αριστεροί παρά την φιλοσοβιετική πολιτική του. Στη Συρία, όπως και σε άλλες αραβικές χώρες, ο εθνικισμός παίρνει τη μορφή κινήματος αλλαγής. Την περίοδο κατάρρευσης της Σοβιετικής Ένωσης, η Συρία βρίσκεται σε κάποιο αδιέξοδο, ενώ υφίσταται και τις παράπλευρες συνέπειες των συγκρούσεων τόσο στο Ιράκ όσο και της Τουρκίας με τους Κούρδους.

Η παναραβική ενότητα αποτέλεσε κύριο θέμα του αραβικού κόσμου. Η πλέον σημαντική εκδήλωση του παναραβισμού ήταν η ένωση Αιγύπτου και Συρίας το 1958 για τον σχηματισμό μιας ενιαίας χώρας, της Ηνωμένης Αραβικής Δημοκρατίας (ΗΑΔ). Το 1961 η ΗΑΔ οδηγήθηκε σε αποτυχία λόγω της αντίθεσης των Αδελφών Μουσουλμάνων στον Νάσερ. Ο Νάσερ ήταν κατά βάθος ένας Αιγύπτιος εθνικιστής. Έτσι, τα συμφέροντα των δύο χωρών ουδέποτε ταυτίστηκαν και η ένωση απέτυχε. Ακόμη, υποστήριξε διάφορα καθεστώτα (Υεμένη, Σαουδική Αραβία) καθώς και τη δημιουργία της PLO, γεγονός που τον απομάκρυνε ακόμη περισσότερο από τη Δύση.

Κατά την περίοδο 1950-1960 είναι εμφανής η ενεργός ανάμειξη της Σοβιετικής Ένωσης. Οι ηγεσίες Αιγύπτου, Συρίας, Ιράκ και Λιβάνου εμπνέονται από τις ιδέες του παναραβισμού και του αντιιμπεριαλισμού κυρίως ενάντια στις ΗΠΑ. Παράλληλα, η στρατιωτική ήττα των Αράβων από το Ισραήλ στον πόλεμο των Έξι Ημερών (Ιούνιος 1967) ενέτεινε τον αραβικό ριζοσπαστισμό, φέρνοντας στην εξουσία τον Καντάφι στη Λιβύη (Σεπτέμβριος 1967) ή φιλοσοβιετικά κόμματα, όπως το Μπάαθ στο Ιράκ. Τότε εδραιώνεται και η παλαιστινιακή αντίσταση στην Ιορδανία, μέχρι που έχουμε το Μαύρο Σεπτέμβρη του παλαιστινιακού λαού.

Η πρακτική όμως των παραπάνω ηγετών των κινημάτων και οι αλλεπάλληλες ήττες του αραβικού κόσμου από τις ισραηλινές δυνάμεις, οδήγησαν τη Σαουδική Αραβία και την Αίγυπτο σε μετριοπαθέστερη στάση, που κατέληξε στη συμφωνία του Καμπ-Ντέιβιντ.

7) Σημαντικός για τις ισορροπίες της περιοχής είναι ο ρόλος της Ιορδανίας, η οποία δημιουργήθηκε από τη Βρετανία μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ως «ουδέτερη ζώνη» μεταξύ της Σαουδικής Αραβίας, του Ιράκ, της Συρίας και του Ισραήλ. Περισσότεροι από τους μισούς κατοίκους της είναι Παλαιστίνιοι, πολλοί από τους οποίους πρόσφυγες πολέμων με το Ισραήλ. Η Ιορδανία σύναψε ειρήνη με το εβραϊκό κράτος το 1994 ενώ οι προσεκτικοί χειρισμοί του βασιλιά Χουσεΐν και στη συνέχεια του γιου του Αμπντουλάχ II διατηρούν την ασταθή ισορροπία της περιοχής και την εύθραυστη συνταγματική μοναρχία. Η Ιορδανία δεν έχει φυσικούς πόρους και στηρίζεται στο εμπόριο και τη διεθνή βοήθεια.

Ο ΑΡΑΒΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΕΣΟΓΕΙΟΥ

Τα κύρια ισλαμικά δόγματα. Το ισλαμικό φονταμενταλιστικό κίνημα. Το πολιτικό Ισλάμ.

Ενδοαραβικές και ενδοϊσλαμικές σχέσεις και αντιθέσεις

Η ισλαμική θρησκεία χαρακτηρίζεται από μεγάλη διάσπαση σε αντίπαλα δόγματα και εκφάνσεις του Ισλάμ, οι οποίες συχνά βρίσκονται σε έντονη αντιπαράθεση μεταξύ τους. Τα δύο κύρια δόγματα του ισλαμικού κόσμου είναι ο σουνιτισμός και ο σιιτισμός. Και τα δύο διακρίνονται σε επιμέρους θρησκευτικές ομάδες. Τέλος, υπάρχει ένας τρίτος μικρός σε αριθμό κλάδος, ο ιμπαντισμός, που εντοπίζεται κυρίως στο Ομάν.

Ο σουνιτισμός εκπροσωπεί το «ορθόδοξο» Ισλάμ και οι ακόλουθοί του αποτελούν σήμερα το 80% και πλέον του ισλαμικού κόσμου. Οι σουνίτες είναι το σύνολο σχεδόν του αραβικού κόσμου, και ειδικότερα των χωρών της Βόρειας Αφρικής και της Αραβικής Χερσονήσου. Επίσης, σουνίτες είναι η πλειονότητα των μουσουλμάνων της Τουρκίας, της Βαλκανικής, της Αφρικής, της Νοτιοανατολικής Ασίας, της Κίνας, της νότιας Ασίας. Η κύρια σουνιτική θρησκευτική οργάνωση είναι οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι ή Μουσουλμανική Αδελφότητα. Δημιουργήθηκε αρχικά στην Αίγυπτο, έχει όμως εξαπλωθεί και σε άλλες αραβικές χώρες, τόσο της Μέσης Ανατολής (όπως στη Συρία) όσο και στις χώρες του Μαγκρέμπ. Ιδρύθηκε το 1928 στην Ισμαηλία της Αιγύπτου από τον Χασάν αλ-Μπάννα, έναν 22χρονο δάσκαλο, ως απάντηση στη διάλυση του Ισλαμικού Χαλιφάτου από τον Τούρκο ηγέτη Κεμάλ Ατατούρκ το 1924.
Μετά την εξέγερση του 2011-2012 και τις εκλογές του Μαΐου 2012, ο ηγέτης της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στην Αίγυπτο εξελέγη Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ενώ κέρδισε και τις εκλογές για το κοινοβούλιο.

Ο σαλαφισμός αποτελεί άλλη μία φονταμενταλιστικού τύπου έκφραση του σουνιτικού Ισλάμ. Σύμφωνα με τους σύγχρονους σαλαφιστές, μη ισλαμικές απόψεις έχουν μολύνει το «αληθινό» μήνυμα του Ισλάμ για αιώνες και οδήγησαν στην απομάκρυνση από τον ισλαμικό τρόπο ζωής. Οι σαλαφιστές αποτελούν μειοψηφία μεταξύ του παγκόσμιου μουσουλμανικού πληθυσμού. Κατά κάποιο τρόπο ο σαλαφισμός μπορεί να θεωρηθεί ως απόρριψη της πολιτικής ιδεολογίας της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Μέχρι το τέλος του 2000, ο σαλαφισμός είχε εξαπλωθεί σε ολόκληρο τον αραβικό κόσμο, κυρίως στην Αίγυπτο και την Τυνησία, με αύξηση του αριθμού των οπαδών του και επέκταση του θεσμικού πεδίου εφαρμογής του, η οποία περιλαμβάνει κοινωνικές οργανώσεις που ασχολούνται με φιλανθρωπικό έργο, ανακούφιση και εργασία για την κοινότητά τους. Κάτω από αυτές τις συνθήκες βρέθηκαν οι σαλαφιστές κατά την έκρηξη της «Αραβικής Άνοιξης».

Ο σιιτισμός ξεκίνησε ως πολιτική άποψη μετά το θάνατο του Μωάμεθ, το 632 μ.Χ. από το γεγονός ότι μια μικρή ομάδα μουσουλμάνων πίστευε πως ο γαμπρός του προφήτη, ο Αλί, είχε δικαίωμα να γίνει χαλίφης. Ο σιιτισμός παρουσιάστηκε αρχικά ως ένα πολιτικό κόμμα, καθαρά αραβικό. Οι σιίτες πίστευαν στους 12 ιερούς Ιμάμηδες. Από το 1979 υπήρξε μια νέα εξέλιξη, γνωστή ως Ουλαγιάτ αλ Φακιέχ, που εμφανίστηκε με την άνοδο του Αγιατολάχ Χομεϊνί στην εξουσία του Ιράν. Παρακλάδια του σιιτισμού αποτελούν οι Ζαϊδίτες, οι Ισμαηλίτες κ.ά. Σιίτες είναι η πλειονότητα του πληθυσμού στο Ιράν και στο Αζερμπαϊτζάν ενώ υπάρχουν σημαντικές ομάδες στο Ιράκ, στο Μπαχρέιν και μικρότερες στο Λίβανο και το Πακιστάν. Συνολικά αποτελούν το 10-15% του μουσουλμανικού κόσμου. Η άνοδος του Χομεϊνί στην εξουσία του Ιράν μετά το 1979 ενίσχυσε την θέση των σιιτών παγκοσμίως, αλλά ταυτόχρονα προκάλεσε ανησυχία στους μη σιιτικούς πληθυσμούς, ιδιαίτερα στους Άραβες, που αντιπαθούσαν τους Ιρανούς και επέκριναν την ανάμειξη των κληρικών σε πολιτικά ζητήματα. Η έντονη παρουσία και ο ρόλος των δυναμικών σιιτών στο Λίβανο αποτελεί σημαντική γεωπολιτική συνιστώσα, κυρίως εξαιτίας της εγγύτητας προς το Ισραήλ. Η εγγύτητα αυτή έθεσε τον σιιτικό πληθυσμό στο προσκήνιο έντονων αντιπαραθέσεων μεταξύ των δύο χωρών και έκανε τον άγνωστο ορεσίβιο σιιτικό πληθυσμό του Λιβάνου παγκοσμίως γνωστό με τα ένοπλα κινήματα αντίστασης, ιδίως της Αμάλ και αργότερα της Χεζμπολάχ με τον Νασράλα.

Τα γενικά χαρακτηριστικά όλων σχεδόν των φονταμενταλισμών ανάγονται στις ίδιες γενεσιουργές αιτίες, δηλαδή στον φανατισμό, το φόβο, την μαζοποίηση του θρησκευτικού πλήθους, το χαμηλό πολιτιστικό ή πνευματικό επίπεδό του και κυρίως στην ύπαρξη χαρισματικών ηγετών που αποκτούν «προφητικό» ρόλο και αναλαμβάνουν την καθοδήγηση των πιστών τους. Το φονταμενταλιστικό κίνημα συμβάλλει στην αστάθεια στο εσωτερικό των αραβικών χωρών, δυσχεραίνοντας την προσέγγιση με τον Δυτικό Κόσμο. Το ρεύμα του επιθετικού φονταμενταλισμού που αναπτύχθηκε κατά διαφορετικούς τρόπους στις αραβικές χώρες της μεσογειακής λεκάνης είναι άκρως ανησυχητικό. Το ρεύμα αυτό, όπως κι αν αυτοπροσδιορίζεται, ενθαρρύνθηκε από την επιτυχία του Χομεϊνί κατά την Ιρανική Επανάσταση του 1978-79.

Σήμερα το πολιτικό Ισλάμ δεν είναι το αποτέλεσμα αντίδρασης στην αποκαλούμενη κατάχρηση κοσμικότητας, όπως συχνά εμφανίζεται. Στην πραγματικότητα καμιά μουσουλμανική κοινωνία μέχρι σήμερα δεν κατέστη πραγματικά κοσμική. Τα σύγχρονα κράτη της κεμαλικής Τουρκίας, της νασερικής Αιγύπτου και των Μπααθιστών της Συρίας και παλαιότερα του Ιράκ απλώς υπέτασσαν τους ανθρώπους της θρησκείας –όπως συχνά συνέβαινε– και τους επέβαλλαν αντιλήψεις που σκόπευαν αποκλειστικά στη νομιμοποίηση των πολιτικών επιλογών του κράτους.

Από μία άποψη το πολιτικό Ισλάμ δεν είναι στην πραγματικότητα τίποτα άλλο από μια προσαρμογή στο υφιστάμενο statusquo του καπιταλισμού. Τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα της Δύσης οδήγησαν συχνά στη στήριξη του πολιτικού Ισλάμ με διάφορους τρόπους. Η στήριξη αυτή έφτασε σε παραδοξότητες στην προμήθεια όπλων, καθώς και σε οικονομική ενίσχυση με ποικίλους τρόπους και μέσα.

Οι αντιπαραθέσεις και οι συγκρούσεις μεταξύ μουσουλμανικών κρατών δεν αποτελούν εξέλιξη των ημερών μας ή του πρόσφατου παρελθόντος. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο μουσουλμανικός κόσμος σπαράσσεται από εσωτερικά σχίσματα, μερικά από τα οποία αποτελούν διαιώνιση ιστορικών συγκρούσεων. Σε γενικές γραμμές, οι συγκρούσεις αυτές εμφανίστηκαν μεταξύ των πολιτισμών του Νείλου και εκείνων της Μεσοποταμίας, μεταξύ ριζοσπαστικών κοσμικών καθεστώτων, όπως του Ιράκ, και φονταμενταλιστικών καθεστώτων, όπως του Ιράν, μεταξύ ημι-φεουδαλιστικών καθεστώτων, όπως της Σαουδικής Αραβίας και των κρατών του Κόλπου, καθώς και γειτονικών χωρών που εποφθαλμιούν τον πλούτο τους και έχουν πιο σύγχρονα συστήματα διακυβέρνησης. Ακόμη, οι συγκρούσεις αυτές σημειώθηκαν μεταξύ Αράβων και Περσών, μεταξύ Σουνιτών και Σιιτών κοκ. Έντονες είναι επίσης οι διαφορές μεταξύ των βορειοαφρικανικών κρατών, αν και δεν έχουν φτάσει σε πολεμικές συγκρούσεις.

Σημαντικός ήταν ο ρόλος του καθεστώτος Ισμαήλ αλ Σαράβι στην Περσία από το 15ο αιώνα, όταν υιοθέτησε το σιιτισμό ως επίσημο δόγμα, για πρώτη φορά στην ιστορία, με αποτέλεσμα να συνεχίζεται η διαμάχη Αράβων του Κόλπου και Περσών, παίρνοντας σταδιακά θρησκευτική χροιά εξελισσόμενη σε διαμάχη μεταξύ σουνιτών και σιιτών.

Οι σύγχρονες συγκρούσεις μεταξύ των ίδιων των Αράβων αναπτύχθηκαν κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά από αυτόν. Συγκεκριμένα, μεταξύ της δυναστείας των Χασιμιτών του Ιράκ και Ιορδανίας από τη μία και του συνασπισμού Αιγύπτου-Σαουδικής Αραβίας από την άλλη, για τον έλεγχο της αραβικής ηγεμονίας. Η ανάγκη να ενωθεί το αραβικό έθνος έγινε πιο επιτακτική μετά την ήττα του 1948 από το Ισραήλ. Η διαμάχη μεταξύ Σαουδικής Αραβίας-Αιγύπτου και του καθεστώτος των Χασιμιτών μετατράπηκε σε μάχη για την κατάκτηση και έλεγχο της ανεξάρτητης Συρίας. Επικράτησε η θεωρία ότι όποιος ελέγχει τη Συρία, ελέγχει ολόκληρο τον αραβικό κόσμο, λόγω της γεωπολιτικής και στρατηγικής σημασίας της ως κλειδί του παναραβισμού.

Η πρώτη πρωτοβουλία για την ένωση-προσάρτηση της Συρίας προήλθε από το Ιράκ το 1942-43. Το δεύτερο σχέδιο προήλθε από το βασιλιά της Ιορδανίας Αμπντουλάχ το 1943. Από την άλλη, η Αίγυπτος φοβόταν την υπονόμευση της θέσης της σε σχέση με την αραβική ηγεμονία. Η τυχόν επίτευξη μιας ένωσης στην ασιατική αραβική Μέση Ανατολή θα σήμαινε περιορισμό της Αιγύπτου στην αφρικανική ήπειρο. Γι’ αυτό υιοθέτησε στις αρχές του 1940 συνθήματα υπέρ του παναραβισμού, σαν αντίδραση στα ενωτικά σχέδια των Χασιμιτών.

Μετά από σκληρό ανταγωνισμό, η αιγυπτιακή διπλωματία επικράτησε της ιρακινής. Η πρώτη επιτυχία ήταν η ίδρυση του Αραβικού Συνδέσμου το 1945. Η δεύτερη ήταν η υπογραφή της Συνθήκης Κοινής Αραβικής Άμυνας, τον Απρίλιο του 1950 με τη συμμετοχή 7 χωρών: Αυγύπτου, Συρίας, Λιβάνου, Σαουδικής Αραβίας, Υεμένης, Ιράκ και Ιορδανίας. Ωστόσο, η συνθήκη αυτή ουδέποτε εφαρμόστηκε στην πράξη. Έτσι, το Κάιρο με τον παναραβισμό κατάφερε να διατηρήσει το statusquo στον αραβικό κόσμο.

Ο πόλεμος Ιράν-Ιράκ κατά τη δεκαετία του 1980, που είχε ως αφορμή μια διαφορά στον περσικό κόλπο, αποτελεί τη σημαντικότερη διαμάχη στο εσωτερικό του Ισλάμ εδώ και πεντακόσια χρόνια. Οι περιοχές αυτές, ευρισκόμενες σε πετρελαϊκές ζώνες, κατοικούνταν από σιίτες Άραβες νομάδες. Στο όνομα του αραβικού εθνικισμού ο Σαντάμ Χουσεΐν εξαπέλυσε έναν πόλεμο για την ανακατάληψη των περιοχών αυτών, ιδίως του Αμπαντάν, όπου βρίσκονται και τα μεγαλύτερα κοιτάσματα πετρελαίου.

Από γεωπολιτική άποψη η διένεξη αυτή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Τόσο το Ιράν όσο και το Ιράκ έκαναν λάθος στις εκτιμήσεις τους. Φαίνεται ότι διέφυγε και της προσοχής των Δυτικών Δυνάμεων, που κατέλαβαν το Ιράκ του 2003.

Οι πόλεμοι του Κόλπου (1991 και 2003) έχουν προκαλέσει σοβαρά ρήγματα στις σχέσεις των αραβικών κρατών, εξαιτίας των διαφορετικών επιλογών στην εξωτερική τους πολιτική. Η κρίση που προέκυψε στη Συρία το 2011 ανέδειξε την έκταση και το βάθος των αντιθέσεων που υπάρχουν στον ισλαμικό κόσμο και ειδικώς μεταξύ των Αράβων. Περισσότερες από 30 ομάδες διαφορετικών δογμάτων και θρησκευτικών σεχτών αντιπαρατίθενται με στόχο να αποκτήσουν τον έλεγχο της χώρας. Κάποιες από αυτές κατευθύνονται από τις Μεγάλες ή περιφερειακές δυνάμεις της περιοχής.

Η γεωπολιτική του χάους στη νοτιοανατολική Μεσόγειο

Η στρατηγική αξιολόγηση της περιοχής. Τα στενά και οι προσβάσεις. Οι νήσοι στρατηγικής σημασίας

1. Η λεκάνη της Μεσογείου αποτελούσε πάντοτε χώρο παραγωγής και διέλευσης του μεγαλύτερου μέρους της παγκόσμιας αγοράς ενεργειακών πρώτων υλών. Η κλιμάκωση του ενδιαφέροντος των ΗΠΑ για τη Β. Αφρική και τη Μέση Ανατολή αρχίζει από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και από τότε προετοιμάζονται για τον καινούργιο μεταπολεμικό ιμπεριαλιστικό τους ρόλο.

Ο έλεγχος της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου, πρωταρχικός παράγοντας πλούτου και ισχύος, αποτελεί με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου ζωτικό διακύβευμα για τις ΗΠΑ και ακρογωνιαίο λίθο της γεωπολιτικής στρατηγικής τους. Οι ΗΠΑ, που είχαν ενεργειακή αυτάρκεια πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, είναι σήμερα ο μεγαλύτερος καταναλωτής καυσίμων στον κόσμο. Η αμερικανική ζήτηση, που βρίσκεται σε διαρκή αύξηση, προσδιορίζει σχέσεις «αμοιβαίας» εξάρτησης ανάμεσα στις ΗΠΑ και τις κύριες χώρες παραγωγής πετρελαίου.

2. Οι ενεργειακοί πόροι αποτελούν σημαντικό στοιχείο ανάπτυξης των χωρών της Β. Αφρικής και της Μέσης Ανατολής. Η παραγωγή και η μεταφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου είναι ένας ακόμα σημαντικός παράγοντας που επηρεάζει καταλυτικά το περιβάλλον της Μεσογείου. Στις περιοχές της μεσογειακής λεκάνης, έχουμε τη μεγαλύτερη θαλάσσια κυκλοφορία, κυρίως λόγω της μεταφοράς ενεργειακών πόρων με πλοία από τα λιμάνια της Ανατολικής Μεσογείου. Η Αλγερία και η Λιβύη μαζί με τη Νιγηρία αποτελούν τις κύριες παραγωγούς χώρες πετρελαίου και φυσικού αερίου σε ολόκληρη την αφρικανική ήπειρο. Στη Μέση Ανατολή, με τη Σαουδική Αραβία να είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός πετρελαίου στον κόσμο, μεγάλο μέρος αυτού του πετρελαίου διακινείται μέσω της Μεσογείου.
Αγωγοί πετρελαίου και φυσικού αερίου από την ευρύτερη περιοχή της Κασπίας, του Καυκάσου και της Μέσης Ανατολής καταλήγουν στις νοτιοανατολικές ακτές της Μεσογείου.

Η προσπάθεια παράκαμψης των στενών Βοσπόρου-Δαρδανελλίων και η επιδίωξη της Ρωσίας να προωθήσει τους ενεργειακούς πόρους που παράγει ή που διέρχονται από το έδαφός της, η επιδίωξη της Ευρώπης να μειώσει την εξάρτησή της από την Ρωσία με την παράλληλη επιδίωξη των ΗΠΑ να παρακάμψουν τη Ρωσία, έχουν οδηγήσει στην κατασκευή αγωγών, οι τερματικοί σταθμοί των οποίων βρίσκονται είτε στις ακτές της Ανατολικής Μεσογείου είτε της Αδριατικής, όπου φθάνουν μέσω της Βαλκανικής Χερσονήσου.

Ο Καύκασος αποτελεί τον φυσικό χώρο διακίνησης της ενέργειας για τη μεταφορά της στις παγκόσμιες αγορές. Το γεγονός αυτό έχει καταστήσει την περιοχή μήλο της έριδος, ιδιαίτερα ανάμεσα στη Ρωσική Ομοσπονδία και τις ΗΠΑ. Νότια του Καυκάσου, το Ιράν και η Τουρκία επιδιώκουν να εξασφαλίσουν στρατηγική επιρροή ελέγχοντας τη διέλευση της ενέργειας. Φυσικά το Ιράν, εκτός από την εξυπηρέτηση συμφερόντων τρίτων χωρών, είναι και παραγωγός πετρελαίου και φυσικού αερίου και συνεπώς ενδιαφέρεται για την εξαγωγή της ενέργειας που παράγει προς τις χώρες της Δύσης.

3. Η ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης γίνεται ολοένα και μεγαλύτερη από τις εισαγωγές ενέργειας, εξαιτίας της αύξησης της κατανάλωσης τόσο για τη βιομηχανία και τις επιχειρήσεις όσο και για τις καθημερινές ανάγκες των πολιτών της. Σήμερα το μεγαλύτερο μέρος ηλεκτρικής ενέργειας στην ΕΕ παράγεται με τη χρήση άνθρακα και πυρηνικής ενέργειας, που όμως αποτελούν πηγές ενέργειας ιδιαίτερα προβληματικές: αυστηρότερες περιβαλλοντικές απαιτήσεις στην περίπτωση του άνθρακα και μη αποδοχή της πυρηνικής ενέργειας από τις κοινωνίες της Ευρώπης.

Αποτέλεσμα των παραπάνω προβλημάτων είναι η στροφή στο φυσικό αέριο, το οποίο συνδυάζει τα πλεονεκτήματα του χαμηλού κόστους και των περιορισμένων περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Η λύση λοιπόν είναι η επίτευξη επαρκούς διαφοροποίησης των πηγών εφοδιασμού. Είναι προφανές ότι κύριο ρόλο στην αύξηση της ασφάλειας εφοδιασμού της ΕΕ θα παίξουν οι πλούσιες πηγές φυσικού αερίου της Ρωσίας και ευρύτερα των πρώην σοβιετικών δημοκρατιών, με την προϋπόθεση ότι θα λυθούν τα προβλήματα της μεταφοράς του.

Ο τελικός στόχος είναι, εκτός από το δίκτυο αγωγών φυσικού αερίου, να δημιουργηθεί ένα είδος «υπερδικτύου» ηλεκτρικής ενέργειας που να καλύπτει τα κράτη της ΕΕ, σε σχέση με την επίτευξη των στόχων για τη χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας μέχρι το 2020. Η παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στις νότιες μεσογειακές χώρες είναι μια βιώσιμη επιλογή και για το λόγο αυτό η ΕΕ έχει επεκτείνει τα σχέδιά της για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στο Νότο.

Το φυσικό αέριο καθίσταται με γρήγορους ρυθμούς η «καθαρή» ενέργεια που επιλέγεται για την αντικατάσταση της χρήσης του άνθρακα και της πυρηνικής ενέργειας, κυρίως λόγω της απόφασης της Γερμανίας να σταματήσει τη χρήση πυρηνικής ενέργειας μετά την καταστροφή της Φουκουσίμα στην Ιαπωνία. Οι τεράστιες ποσότητες φυσικού αερίου που ανακαλύφθηκαν στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ της Κύπρου και του Ισραήλ, αλλά και στη Συρία και το Κατάρ, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η ΕΕ αναμένεται να καταστεί ο μεγαλύτερος καταναλωτής φυσικού αερίου παγκοσμίως, δημιουργούν τις προϋποθέσεις της γεωπολιτικής αντιπαράθεσης με το καθεστώς του Άσαντ.

Το κύριο ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι το πώς θα μπορούσε να δομηθεί μια συνεννόηση των αντιμαχόμενων δυνάμεων σε αυτή την αντιπαράθεση.

4. Για τη συστηματικότερη ανάλυση και την καλύτερη κατανόηση της στρατηγικής σημασίας της Μεσογείου, θα εξεταστούν η αξία των στρατηγικών σημείων, όπως των Στενών και των νήσων, καθώς και οι διαμορφούμενοι άξονες γεωπολιτικής επιρροής.

Από τις αρχές του 19ου αιώνα, ο αγώνας μεταξύ Αγγλίας και Γαλλίας για τον έλεγχο της Μεσογείου και των οδών προς την Ανατολή, είχε αρχίσει με ένταση για να καταλήξει σε βρετανική κυριαρχία ενός αιώνα, μέχρις ότου απειλήθηκε από την φασιστική Ιταλία στη δεκαετία του ’30. Για τους Βρετανούς η Μεσόγειος κατέστη η οδός προς τις Ινδίες καθώς και το κέντρο της άμυνας ενάντια στον επεκτατισμό της Τσαρικής Ρωσίας στην Εγγύς Ανατολή. Για να πετύχουν τους παραπάνω σκοπούς, επιδίωξαν να αποκτήσουν τον έλεγχο συγκεκριμένων στρατηγικών σημείων και να εκμεταλλευτούν πολιτικά την πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, την Αίγυπτο, αλλά και τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα στα Βαλκάνια.
Οι διάφορες αυτοκρατορίες οικοδομήθηκαν μέσα από την προσεκτική κατάληψη και διατήρηση ζωτικών γεωγραφικών σημείων, όπως το Γιβραλτάρ, η Διώρυγα του Σουέζ, τα Δαρδανέλλια και ο Βόσπορος, που χρησίμευαν ως βασικά ρυθμιστικά σημεία ελέγχου. Έτσι το 1876, οι Βρετανοί αγόρασαν από τους Οθωμανούς την Κύπρο ως «προκεχωρημένο φυλάκιο» απέναντι στην απειλή της Τσαρικής Ρωσίας στη Μεσόγειο, καθώς και τις μετοχές του Ισμαήλ, χαλίφη της Αιγύπτου, στην Εταιρία Διώρυγας του Σουέζ, ως μέσο ελέγχου της νέας θαλάσσιας οδού που συνέδεε την Ερυθρά Θάλασσα και τον Ινδικό Ωκεανό με τη Μεσόγειο και τον Ατλαντικό. Για τους ίδιους στρατηγικούς λόγους κατέλαβαν το 1882 την Αίγυπτο, αποκτώντας γρήγορα και τον έλεγχο της ενδοχώρας κατά μήκος του Νείλου, του Σουδάν και άλλων περιοχών.
Τα συμφέροντα των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων έκαναν τη Μεσόγειο κύριο θέατρο επιχειρήσεων κατά τη διάρκεια των δύο παγκοσμίων πολέμων.

Το αποτέλεσμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου έκρινε τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Αυστροουγγαρίας. Κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Μεσόγειος αποτέλεσε στρατηγικό μοχλό των Συμμάχων για την αντιμετώπιση των δυνάμεων του Άξονα στη Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή. Παράλληλα, η Βόρεια Αφρική πρόσφερε το αναγκαίο στρατηγικό βάθος στις επιχειρήσεις των Συμμάχων και το χώρο στρατηγικής συγκέντρωσης δυνάμεων και υποστήριξης των αποβατικών επιχειρήσεων στη Σικελία και στην Ιταλική Χερσόνησο.

Τα Δαρδανέλλια, μέσω των οποίων επικοινωνεί το Αιγαίο με την Προποντίδα και τον Εύξεινο Πόντο, συνιστούν το σημαντικότερο ζωτικό χώρο της Βαλκανικής Χερσονήσου. Έτσι, η δύναμη που ελέγχει τα Στενά μπορεί να κυριαρχεί σε αυτό το σημαντικό σταυροδρόμι.

5. Από πλευράς στρατηγικής σημασίας, τα νησιά κατά μήκος του άξονα της Μεσογείου που σχετίζονται άμεσα με τη νότια ακτή, έχουν στο έδαφός τους κατά κύριο λόγο στρατιωτικές εγκαταστάσεις του ΝΑΤΟ ή των μεγάλων δυνάμεων. Εκτός από τις νήσους στρατηγικής σημασίας, υπάρχει και το συγκρότημα των Βαλεαρίδων, η Κορσική, η Σαρδηνία και η Σικελία στη Δυτική Μεσόγειο, και στην Ανατολική Μεσόγειο το Αιγαίο που διαχρονικά αποτέλεσε σημαντικό δίαυλο για τη ναυσιπλοΐα στον άξονα Εύξεινος Πόντος-Μεσόγειος. Τα νησιά αυτά είναι:

α) Η Μάλτα, που βρίσκεται ακριβώς στο μέσον μεταξύ Γιβραλτάρ και Σουέζ και περίπου στο μέσον του στενού μεταξύ της Σικελίας και της αφρικανικής ακτής. Η θέση της Μάλτας μεταξύ Ευρώπης και Αφρικής είναι δεσπόζουσα και μοναδική επί των κύριων θαλάσσιων οδών της Μεσογείου. Στο παρελθόν, μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αποτέλεσε το ορμητήριο του αγγλικού στόλου προς οποιαδήποτε κατεύθυνση της Μεσογείου. Αργότερα, με την ίδρυση του ΝΑΤΟ, στη Μάλτα εγκαταστάθηκε η Ναυτική Διοίκηση της Μεσογείου, με Βρετανό διοικητή. Το 1971, λόγω αλλαγής της εξωτερικής πολιτικής της χώρας, η κυβέρνηση της Μάλτας ζήτησε την αποχώρηση της νατοϊκής διοίκησης, η οποία έκτοτε είναι εγκατεστημένη στη Νάπολη.

β) Η Παντελερία και η Λαμπεντούζα, τα δύο αυτά ιταλικά νησιά, παρά το μικρό τους μέγεθος, έχουν σημαντική αξία εξαιτίας της θέσης τους, από όπου διέρχεται υποχρεωτικά η ναυσιπλοΐα.

γ) Η Κρήτη, που κατέχει κεντρική θέση στην ανατολική Μεσόγειο, αποτελεί εξαίρετη περιοχή συγκέντρωσης χερσαίων, ναυτικών και αεροπορικών δυνάμεων, με δυνατότητα ανάπτυξης επιχειρήσεων στη Βαλκανική, τον Εύξεινο Πόντο, τα Στενά, τον Καύκασο, τη Μέση Ανατολή και φυσικά τη Βόρεια Αφρική.

δ) Η γεωπολιτική θέση της Κύπρου είναι υψίστης σημασίας. Από την 1η Μαΐου 2004 έγινε μέλος της ΕΕ. Η Κύπρος από γεωγραφικής πλευράς βρίσκεται στο κέντρο της πλέον προβληματικής εξέλιξης της αραβικής άνοιξης του 2011, στην οποία εμπλέκεται εκ των πραγμάτων και η Τουρκία. Ελέγχοντας το μυχό του κόλπου της Αλεξανδρέττας, η Κύπρος βρίσκεται εκ των πραγμάτων πλησίον της συριακής κρίσης, μιας κρίσης που θέτει μεταξύ άλλων θέμα επαναχάραξης συνόρων δημιουργώντας ένα εκρηκτικό μίγμα σε ολόκληρη τη νοτιοανατολική Μεσόγειο.

***

Η στρατηγική σημασία της Μεσογείου και της ευρύτερης περιοχής γύρω απ’ αυτήν, την καθιστούν πεδίο έντονων αντιπαραθέσεων, ανταγωνισμών των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και σύγκρουσης συμφερόντων και γεωστρατηγικών επιδιώξεων, που σήμερα συμπυκνώνονται και συμπλέκονται στη συριακή κρίση με ανεξέλεγκτες και απρόβλεπτες συνέπειες για ολόκληρη την περιοχή –και βέβαια και για τη χώρα μας.

Βιβλιογραφία

«Ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού» Β.Ι. Λένιν, Απ. τόμος 27
«Σχετικά με την γελοιογραφία του μαρξισμού και τον ιμπεριαλιστικό οικονομισμό» Β.Ι. Λένιν, Απ. τόμος 30
«Για το σύνθημα των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης», Β.Ι. Λένιν, Απ. τόμος 20
Πρόλογος στο βιβλίο του Ν. Μπουχάριν «Η παγκόσμια οικονομία και ο ιμπεριαλισμός», Β.Ι. Λένιν, Απ. τόμος 27
«Η χρεωκοπία της 2ης Διεθνούς», Β.Ι. Λένιν, Απ. τόμος 26
«Οι Διανοούμενοι», Αντ. Γκράμσι
Προτάσεις για το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα: «Αραβικός εθνικισμός και ισλαμικός φονταμεταλισμός», εκ. Ιστορικές εκδόσεις 1962, μτφρ. Ρόζα Οικονόμου – Έλλη Αλεξίου
«Η καθ’ ημάς θάλασσα», Ιωάννης Παρίσης. εκ. Α.Α. Λιβάνη
«Λένιν, 1915: Η χρεωκοπία της 2ης Διεθνιούς», Πρόλογος, εκδ. Α/συνεχεια

1 σχόλιο

  • ditikisahara
    ditikisahara Πέμπτη, 03 Μαρτίου 2016 20:48 Σύνδεσμος σχολίου

    Μεγάλη παράλειψη η Δυτική Σαχάρα και ακόμα μεγαλύτερη η κατοχή της, τα τελευταία 40 χρόνια από το "υποδειγματικό" Μαρόκο που είχε και έχει έντονες εσωτερικές αντιπαραθέσεις, αλλά δεν κατόρθωσαν να επιφέρουν εναλλαγές στην εξουσία. (Κατά τον Noam Chomsky, από την κατεχόμενη Δυτική Σαχάρα και τον καταυλισμό διαμαρτυρίας Gdeim Izik ξεκίνησε η Αραβική Άνοιξη). Όσο για τις σημαντικές καινοτομίες και εκσυγχρονισμούς στη λειτουργία του κράτους, τους θεσμούς και την πολιτική ζωή, δεν ξέρω τις πηγές σας, αλλά οι δικές μου, Amnesty International, Human Rights Watch, Robert F. Kennedy Human Rights, Frontline Defenders, Freedom House κτλ, θεωρούν ότι στη συντριπτική πλειοψηφία τους, παρέμειναν στα χαρτιά.

Προσθήκη σχολίου

Make sure you enter the (*) required information where indicated.Basic HTML code is allowed.

επιστροφή στην κορυφή