english

Αριστερός ευρωπαϊσμός; Να τελειώνουμε με τη διαστροφή και την καθυστέρηση

Αριστερός ευρωπαϊσμός; Να τελειώνουμε με τη διαστροφή και την καθυστέρηση

Του Πάσχου Λαζαρίδη.

Η υπερψήφιση του μνημονίου από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ δημιούργησε νέα δεδομένα στο στρατόπεδο των υποστηρικτών του ΝΑΙ. Η πιο σεμνή οπτική είναι αυτή που με έναν –μάλλον ακαταλαβίστικο – τρόπο απορρίπτει τόσο την κατεύθυνση της ρήξης με την ΕΕ, όσο και την ωμή και μέχρι τέλους υπεράσπιση του τρίτου μνημονίου. Καλεί λοιπόν σε ήπια εφαρμογή του μνημονίου από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ταυτόχρονα προετοιμασία από το κόμμα ΣΥΡΙΖΑ για ένα κάποιο νεφελώδες σχέδιο ρήξης.

Η ηγεσία ωστόσο έχει κάνει τις επιλογές της και προκρίνει το πέρασμα και την εφαρμογή της συμφωνίας, αντικαθιστώντας πλέον το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης και τις προγραμματικές δεσμεύσεις από το μνημόνιο Τσίπρα - Σόιμπλε. Το προκλητικό στοιχείο που συνοδεύει αυτή την επιλογή είναι ένα απολίτικο, εξωπραγματικό και θεολογικό αναμάσημα της θεωρίας ότι η ΕΕ παραμένει πεδίο ταξικής πάλης και η μάχη πρέπει να δίνεται εντός της. Η Αριστερά που υπερασπίζει μια τέτοια θέση είναι καθυστερημένη και διαστροφική και πρέπει επειγόντως να τελειώνει.

Δείγματα μιας τέτοιας διαστροφικής Αριστεράς είναι δύο κείμενα που έσπευσαν να υπερασπίσουν το τρίτο μνημόνιο ως αριστερή πολιτική.

Ο Στέλιος Παππάς στο άρθρο του “PlanB?” σημειώνει πως «κανένα κόμμα από μόνο του και σε μια μόνο χώρα της Ευρώπης, δεν έχει δυνατότητα να συγκροτήσει αποτελεσματικό στρατηγικό σχέδιο». Επίσης μιας υπενθυμίζει ότι «η επιταχυνόμενη παγκοσμιοποίηση μας υποχρεώνει να θεωρήσουμε την Ευρώπη ως το ελάχιστο πεδίο στο οποίο θα μπορούσαμε να συγκροτήσουμε το κοινό στρατηγικό μας σχέδιο». Τέλος, και για να μην υπάρχουν αμφιβολίες για το σημείο εκκίνησης του κ.Παππά υπογραμμίζει ότι «υπήρξαν φορές που πολιτικές δυνάμεις αγνόησαν το γεωπολιτικό περιβάλλον και τα δεινά για τον λαό μας ήταν συντριπτικά. Η πρώτη φορά ήταν όταν μας οδήγησαν σε εμφύλιο και η δεύτερη στην περίοδο της δικτατορίας, όταν οι παλικαρισμοί των συνταγματαρχών μας οδήγησαν σε εθνική τραγωδία».

Δεν μπορεί κανείς να προσπεράσει το γεγονός του τσουβαλιάσματος του ηρωικού αγώνα του ΚΚΕ, του ΕΑΜ και του ΔΣΕ της δεκαετίας του 40, με τη χούντα των συνταγματαρχών. Κατά τον κ. Παππά και οι μεν και οι δε αγνόησαν το γεωπολιτικό περιβάλλον, κάτι που δεν κάνει βεβαίως ο ΣΥΡΙΖΑ. Χάριν της συζήτησης όμως, ας καταπιούμε και αυτή την ύβρι.

Το κορυφαίο σημείο στην επιχειρηματολογία του κ.Παππά ενάντια στο planBείναι το γεγονός ότι «Η έξοδος μιας χώρας από την Ευρωζώνη δεν είναι ένα απλό πρόβλημα οικονομικών διευθετήσεων μεταξύ εταίρων. Είναι ένα πολύ σοβαρό γεωπολιτικό πρόβλημα που αναδιατάσσει την γεωπολιτική ισορροπία, που αποδεσμεύει ασύμμετρες δυνάμεις πολιτικού και οικονομικού ανταγωνισμού». Ο κ.Παππάς με δύο λόγια ανησυχεί μήπως και μια έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ λόγω του εντεινόμενου στραγγαλισμού του λαού της, αναδιατάξει τη γεωπολιτική ισορροπία. Κι όμως ο κ.Παππάς δεν κάνει τη συγκεκριμένη ανάλυση για το λογαριασμό μιας ξένης πρεσβείας. Νομίζει ότι μιλά εξ ονόματος κάποιας Αριστεράς.

Το δεύτερο δείγμα καθυστέρησης είναι το άρθρο του Άλκη Ρήγου «Υπάρχει και πολιτική». Στο κείμενο αυτό με έναν ομολογουμένως πρωτότυπο τρόπο υποτιμάται η κοινωνική και ταξική διάσταση του μνημονίου Τσίπρα - Σόιμπλε, στο όνομα της πολιτικής. Η τοποθέτηση αυτή θα είχε ενδιαφέρον αν ο καθηγητής μπορούσε να την υποστηρίξει. Δυστυχώς, το μέγιστο επιχείρημα που έχει είναι περίπου ότι ακόμη κι αν ψηφίζουμε μνημόνια «το πρώτο και καίριο είναι να παραμείνουμε όρθιοι». Αν ο κ.Ρήγος ένιωθε πιο απελευθερωμένος, θα μπορούσε να το εκφράσει ακόμη πιο χυδαία λέγοντας ευθέως ότι δεν έχει σημασία τι κάνουμε, αρκεί να είμαστε στην εξουσία, καθώς σημασία έχει η πολιτική σκηνή και τα πολιτικά υποκείμενα, όχι η οικονομία, όχι η κοινωνία, όχι η εξαθλίωση των λαϊκών στρωμάτων.

Ο κ.Ρήγος κλείνει την τοποθέτησή του δηλώνοντας ότι «Η Ε.Ε. δεν είναι για μας απλώς μια καπιταλιστική λυκοφιλία -όπως α-μαρξικά υποστηρίζει το ΚΚΕ και ίσως στο βάθος του μυαλού τους και κάποιοι δικοί μας σύντροφοι-, η Ε.Ε. είναι ένα διευρυμένο πεδίο της ταξικής πάλης με ενδοκαπιταλιστικές και όχι μόνο αντιθέσεις , αλλά και εργαζόμενους λαούς που αναζητούν να ξαναγίνουν πολιτικά δρώντα υποκείμενα και όχι απλώς υπήκοοι καταναλωτές».

Και στα δύο κείμενα λοιπόν, του κ.Παππά και του κ.Ρήγου, αυτό που έρχεται και επανέρχεται ως ο τελικός ορίζοντας, ως το όριο των προσπαθειών, ως το τέρμα της αριστερής πολιτικής δεν είναι προφανώς ο σοσιαλισμός. Δεν είναι καν η ανακούφιση και υπεράσπιση των εργαζόμενων τάξεων. Είναι η Ευρώπη ως γεωπολιτικό πεδίο που πρέπει να παίρνουμε υπόψη υποτασσόμενοι σε αυτό, αλλά και ειδικότερα η ΕΕ ως πεδίο ταξικής πάλης όπου -εντός της και μόνο- δρούμε. Αν αυτό είναι το όριο της Αριστεράς, τότε η υπεράσπιση του μνημονίου (αρκεί να παραμείνει η χώρα στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση) είναι μια έντιμη και λογική επιλογή, τακτική υποχώρηση ή αναγκαία συνθήκη. Το ερώτημα φυσικά είναι αν αυτή η Αριστερά που παίρνει ολοκληρωτικό και εχθρικό διαζύγιο με τα λαϊκά στρώματα στο όνομα της ευρωπαϊστικής της αναφοράς αξίζει να λέγεται Αριστερά.

Η απαρχή της θεωρίας ότι η ΕΕ αποτελεί το διευρυμένο πεδίο ταξικής πάλης και συνιστά τον απόλυτο ορίζοντα των εργατικών και λαϊκών διεκδικήσεων βρίσκει τη νομιμοποιητική της αναφορά στην ευρωκομμουνιστική θεωρία για το κράτος. Σύμφωνα με αυτή και σε αντιπαράθεση με τη λενινιστική αναφορά, το αναπτυγμένο δυτικό κράτος δεν είναι ένα όργανο κυριαρχίας της μιας τάξης απέναντι στις υπόλοιπες, αλλά ένα πεδίο όπου συμπυκνώνονται οι διαφορετικοί ταξικοί συσχετισμοί. Αυτή η θεωρητική συνεισφορά βεβαίως γεννιέται στον ιστορικό χρόνο των δεκαετιών ‘60 και ‘70. Τότε που τα χρυσά χρόνια του καπιταλισμού επιτρέπουν ισχυρές σοσιαλδημοκρατικές πολιτικές, κοινωνικό κράτος, εργατική συμμετοχή (ή εξαγορά). Σε αυτόν τον ιστορικό χρόνο η πολυπλοκότητα, η συνθετότητα, η επίφαση δημοκρατίας και ο εκσυγχρονισμός του δυτικού ευρωπαϊκού αστικού κράτους ανοίγει ισχυρές χαραμάδες αμφισβήτησης της λενινιστικής θεωρίας. Υπάρχει δηλαδή μια ισχυρή ιστορική ερμηνεία της συγκεκριμένης τοποθέτησης.

Φυσικά από τότε μέχρι σήμερα έχει περάσει περίπου μισός αιώνας. Ο πολιτικός χρόνος είναι πολύ μεγαλύτερος καθώς σε αυτόν τον μισό αιώνα είχαμε τις ανολοκλήρωτες θύελλες της δεκαετίας του 60, την ήττα και την αναδίπλωση των επαναστατικών και εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων στον τρίτο κόσμο, την κατίσχυση του νεοφιλελευθερισμού έναντι της σοσιαλδημοκρατίας, και βέβαια το κλείσιμο του σχίσματος του 1917 με την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Ένας σοβαρός μελετητής του σύγχρονου αστικού κράτους δεν μπορεί να μείνει ασυγκίνητος από αυτή την κοσμογονία.

Μετά από αυτές τις αλλαγές το κράτος αλλάζει πλέον σύνθεση και ποιότητες, μειώνει έως και εξαφανίζει θεσμούς λαϊκής συμμετοχής, αδρανοποιεί ή νεκρώνει θεσμούς εκπροσώπησης, θωρακίζεται έναντι των λαϊκών διεκδικήσεων, περιορίζει τα δημοκρατικά δικαιώματα και φτάνει πλέον στο σημείο να ενσωματώνει στην κουλτούρα, στη θεωρία ακόμη και στο Σύνταγμά του, πολιτικές επιλογές οι οποίες κανονικά θα έπρεπε να μπαίνουν στη βάσανο της εκλογικής/πολιτικής νομιμοποίησής τους.

Η Βουλή του 1974 από πολιτικής άποψης ήταν συντηρητικότερη από όλες τις επόμενες. Κι όμως το Σύνταγμα που αυτή η Βουλή ψήφισε προσδιόριζε θεσμούς και λειτουργίες του κράτους κατά πολύ προοδευτικότερες από αυτές που οι αλλεπάλληλες προσπάθειες συνταγματικής αναθεώρησης επιχείρησαν να κατοχυρώσουν. Η λυσσαλέα απόπειρα κατάργησης της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης είναι ένα απλό παράδειγμα.

Το συμπέρασμα όλων των παραπάνω είναι ότι δεν φταίει ο Πουλαντζάς για την αμετακίνητη επί μισό αιώνα θεώρηση του σύγχρονου κράτους ως «πεδίο που διαπερνάται από την ταξική πάλη». Ακόμη και αν μια ευθεία σύγκριση της λενινιστικής από την ευρωκομμουνιστική αντίληψη -υπό το πρίσμα της ανάλυσης των σύγχρονων κρατών- κονιορτοποιεί στην κυριολεξία τη δεύτερη, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι κάθε θεωρητική συνεισφορά έχει τον ιστορικό της χρόνο και τον κοινωνικοπολιτικό της χώρο.

Πολύ περισσότερο δεν φταίει ο Πουλαντζάς αν οι επίγονοι αναμασούν την τσίχλα του «πεδίου που διαπερνάται από την ταξική πάλη» αναφερόμενοι όχι απλά στα σύγχρονα κράτη, αλλά σε υπερεθνικές οντότητες και συγκεκριμένα στην ΕΕ. Εδώ τα πράγματα γίνονται πολύ χειρότερα. Κατά ένα μαγικό τρόπο μεταφέρουν την κλασική ευρωκομμουνιστική θεώρηση για το κράτος, στην ΕΕ. Και χωρίς πολλά πολλά, ίσως εξαιτίας μιας ρομαντικής άποψης για την ενωμένη Ευρώπη, ίσως από οκνηρία, ίσως από σκοπιμότητα, ότι νομίζουν ότι ίσχυε για τα εθνικά κράτη αυτόματα θεωρούν ότι ισχύει και για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Και όσο και αν η πραγματικότητα βοά ότι η ΕΕ αποτελεί μια ιμπεριαλιστική ένωση που υπηρετεί αποκλειστικά τα συμφέροντα των κυρίαρχων αστικών τάξεων και του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, έρχεται και επανέρχεται το παραμύθι του ευρωπαϊκού πεδίου ως ευνοϊκού αλλά και αποκλειστικού πεδίου διεξαγωγής της ταξικής πάλης.

Γιατί; Από πού; Πότε; Αδίκως ψάχνουμε εξηγήσεις.

Η απάντηση είναι «Γιατί έτσι».

Η πρώτη αριστερή κυβέρνηση στην Ευρώπη σπάει τα μούτρα της και αυτοεξευτελιζόμενη υπογράφει μνημόνια, κάτω από τον κυνικό εκβιασμό της ΕΕ. Κάθε στοιχειωδώς σκεπτόμενος άνθρωπος θα έπρεπε να αναρωτηθεί πώς η νίκη στο εθνικό πεδίο μετατρέπεται σε συντριβή στο ευρωπαϊκό πεδίο. Και να προβληματιστεί μήπως το ευρωπαϊκό πεδίο δεν είναι το ευνοϊκότερο για τα λαϊκά στρώματα. Όχι όμως οι αριστεροί ευρωπαϊστές.

Τα δεδομένα για τους λογικούς ανθρώπους και πολύ περισσότερο για τους δημοκρατικούς και προοδευτικούς πολίτες είναι σαφή και αμείλικτα.

Το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα είναι το μοναδικό παράδειγμα «Συντάγματος» που επιχειρεί να θέσει υπεράνω πολιτικών συγκρούσεων, επιλογών και λαϊκών ετυμηγοριών τα νεοφιλελεύθερα δόγματα.

Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση δεν έχει ίχνος ισότητας ή ισοτιμίας ανάμεσα σε κράτη. Όλο και περισσότερο αναδεικνύεται ως όργανο ιμπεριαλιστικής επιβολής του ισχυρότερου απέναντι στον αδύναμο.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είναι το μοναδικό Κοινοβούλιο στον αναπτυγμένο κόσμο που δεν έχει νομοθετική εξουσία. Θυμίζει Γερουσίες και Κοινοβούλια πριν πολλούς αιώνες που απλά «συμβούλευαν» τους ελέω Θεού ηγεμόνες.

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα τύποις είναι ανεξάρτητη από τις πολιτικές αρχές, στην πραγματικότητα όμως, όπως έδειξε τόσο το κλείσιμο όσο και το άνοιγμα του ELAπρος τις ελληνικές τράπεζες, λειτουργεί ως πολιτικό όργανο στραγγαλισμού και χρηματοπιστωτικής ασφυξίας σε τυχόν ατίθασες κυβερνήσεις.

Οι θεσμοί της ΕΕ δεν είναι πεδίο που αντανακλώνται οι κοινωνικοί συσχετισμοί, αλλά μηχανισμοί σκληρής επιβολής συγκεκριμένων και άκαμπτων νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Η «διαπραγμάτευση» που επιχείρησε η ελληνική κυβέρνηση αποτελεί αδιάψευστο μάρτυρα.

Οι μηχανισμοί της ΕΕ στρέφονται ευθέως εναντίον των αντιπροσωπευτικών θεσμών των εθνικών κρατών. Η προκλητική αγνόηση από τη μεριά των «εταίρων» όχι μόνο του δημοψηφίσματος και του αποτελέσματός του, αλλά και της ίδιας της νεοεκλεγμένης κυβέρνησης αποτελούν συντριπτική απόδειξη.

Παρόλα αυτά οι ηλικιωμένες, καθηλωμένες στο χρόνο, βαθιά καθυστερημένες και εντελώς διαστροφικές αφηγήσεις, επιμένουν: Η ΕΕ είναι ευνοϊκό πεδίο ταξικής πάλης και απαγορεύεται να το εγκαταλείψουμε. Και όλο αυτό επειδή πριν από 50 ή 60 χρόνια οι ψευδαισθήσεις για μια ενωμένη Ευρώπη, απαλλαγμένη από εθνικισμούς, με σημαία τον διαφωτισμό και κατοχυρωμένα τα εργατικά δικαιώματα, επενδύθηκαν στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Το όνειρο αποδείχτηκε εφιάλτης. Καιρός να ξεμπερδεύουμε με τη βαθιά διεστραμμένη και εντελώς καθυστερημένη εκδοχή της Αριστεράς που επιμένει να μας κρατά στον εφιάλτη.

Προσθήκη σχολίου

Make sure you enter the (*) required information where indicated.Basic HTML code is allowed.

επιστροφή στην κορυφή